Στους Encardia από καρδιάς

Posted: Ιουλίου 2, 2007 in Encardia

 

Δεν θέλω να μιλήσω μεταφορικά, θα κυριολεκτήσω. Το σήμερα, η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη δηλητήριο. Θες η τηλεόραση, θες το τρέξιμο, το άγχος; Δεν προλαβαίνουμε, έχουν τα πάντα δηλητηριαστεί από το γρήγορο, το άρπα-κόλλα. Δεν έχεις που να ακουμπήσεις, οι ιδεολογίες αν δεν έχουν πεθάνει ή αν δεν είναι άρρωστες, σίγουρα θέλουν μπόλιασμα. Τα μεγάφωνα γύρω παίζουν το ίδιο μοτίβο, με τις ίδιες λέξεις, με την ίδια απάθεια. Συγγνώμη που γκρινιάζω, αλλά θα το έχεις πάθει. Έχεις ζήσει με έναν άνθρωπο πέντε ωραίες αξέχαστες στιγμές κι ύστερα που να πάρει λες «Πού να τον δω τώρα, πάλι τα ίδια θα λέμε…» Δεν φταις εσύ, ούτε αυτός που δεν έχετε τι να πείτε, είναι αυτό το δηλητήριο που έλεγα, αυτό που ράβει τα χαμόγελα, που κλειδώνει και τσιμεντώνει τις καρδιές, που παγώνει τα βλέμματα. Ένα βλέμμα μπορεί να πει τα πάντα. Αλλά το δηλητήριο το έχει γλαρώσει, το έχει αλυσοδέσει. Δεν ξέρουμε τους άλλους, τους γνωστούς και τους φίλους μας. Δεν ξέρουμε τον εαυτό μας. Η καρδιά έχει καρφωθεί στο πάτωμα, ακίνητη και μουγκή. Περνάνε οι μέρες, περνάνε οι μήνες και τα χρόνια και δεν καταλαβαίνει τίποτα. Καρδιά φυλακισμένη, αυτή, ναι, αυτή που μπορούσε να πετάξει, να ζωγραφίσει με ένα χτύπο της το ίδιο το ουράνιο τόξο. Τι να κάνεις; Τα παρατάς.

Τα παρατάς; Όχι. Χορεύεις!

Αυτό, το τελείως παράλογο «σήμερα έχω πιάσει πάτο, αλλά θα χορέψω, ναι, θα χορέψω!». Δεν είναι παράλογο. Είμαστε άρρωστοι, μας έχει αρρωστήσει η εποχή, όχι ο ρημάδης ο Μάρτης που δεν ρίχνει βροχή, όχι ο κερατάς ο Ιούνιος που χτυπάει σαρανταπεντάρια, ούτε ο διαολεμένος ο διπλανός που (νομίζουμε) θέλει να μας φάει ή θέλουμε να τον φάμε εμείς. Ωραία, ψυχαναλύθηκα, περαστικά μου.

Πού κολλάνε όλα αυτά όμως στους Encardia;

Κολλάνε, όπως το μέλι στα μουστάκια της πεινασμένης αρκούδας!
Χόρεψε, χόρεψε, αυτό σου λένε οι Encardia, μη τα παρατάς, δεν τέλειωσαν όλα! Υπάρχει άκρη, βούτα στην ταραντέλλα, τι σου είπαν; Η ταραντούλα εξέλιπε τάχα σαν είδος; Μωρέ, εδώ είναι, άνοιξε το παράθυρο και κοίτα, κοίτα. Το χάος. Αλλά μη πισωγυρνάς, ταράντισε, θα το τσακίσουμε το χάος. Βγάλε τα παπούτσια, θα το πατήσουμε, χόρεψε, χόρεψε. Μέχρι να ματώσει το ταμπορέλλο. Μέχρι να ματώσεις τα πόδια. Θα φύγει το δηλητήριο, θα φύγει. Θα σε δει η ταραντούλα και θα γίνει πάλι κοπέλα γελαστή. Θα λειώσει η φθορά, θα γεννηθεί καινούριο. Η καρδιά σου είναι εκεί, δεν έφυγε. Κοίτα, αυτοί εκεί, στην Graecia Salentina, ποδοπάταγε το ιταλικό κράτος τα grico τους, ντε και καλά να μάθουν ιταλικά καθαρά, κι ακόμα ταραντίζουν. Κοίτα οι άλλοι, popolari socialisti, χάσανε τάχα; Χάσανε;

Νικήσανε, τα εργατικά τραγούδια τους είναι εδώ και σε ταρακουνάνε ακόμα. Οι «χαμένοι» γίνονται νικητές, νικητές χωρίς εισαγωγικά, νικητές καθώς τραγουδάς το τραγούδι του πονεμένου εργάτη, νικητές μέσα σου, νικητές μέσα σ’ όσους τραγουδάνε μαζί σου. Δεν είναι ρετρολαγνεία, είναι «προσωπική ιδιόκτητη επανάσταση» για να δανειστώ το στίχο του Ιωαννίδη. Η εποχή γυρίζει, στροβιλίζεται και την κοιτάς. Μην την κοιτάς! Στροβιλίσου κι εσύ ταράντισε, θα περάσει, θα περάσει, το δηλητήριο θα φύγει.

Οι Encardia είναι αληθινοί, έχουν ψυχή και σώμα. Η μουσική είναι η ψυχή, ο χορός το σώμα. Χωρίς διαχωρισμό, ένα, σε αρμονία.

Τους ευχαριστούμε από καρδιάς. Κάθε συναυλία είναι και μια θεραπεία. Καθαρή, χωρίς ψέματα. Αληθινή, ειλικρινής. Αυτό το «μπόλιασμα» πιάνει. Δεν ξεχνιέσαι. Η πραγματικότητα μετά από κάθε συναυλία είναι εκεί για να σε τσακίσει. Μαθήματα, λογαριασμοί, πρέπει να βρεις δουλειά. Αλλά αντέχεις. Ξεθυμαίνεις. Κάθε τραγούδι είναι απεικόνιση της ζωής. Έτσι, αρχή και το μπαγιάν σου πνέει μια χαρούμενη μελωδία αργά. Το ταμπορέλλο μπαίνει. Κι εκεί που χαίρεσαι, μινόρε, μελωδία μοναχική. Πέφτεις χάμω. Αυτό ήταν, λες. Κι αρχίζει το ταμπορέλλο πάλι. Δεν ήταν αυτό, έχει κι άλλο. Μαντζόρε, κουνήσου, μάθε να χαίρεσαι. Σκαμπανέβασμα, αλλά τελικά γελάς. Ανοίγει το παράθυρο κι η μέρα είναι ωραία. Τι κι αν δεν ξέρεις τα βήματα. Θα τα μάθεις ενώ χορεύεις, θα στραβοπατήσεις λίγο, θα πέσεις ίσως. Μα μετά θα σηκωθείς, θ’ απλώσεις τα χέρια και θα αναστηθείς. Απλό είναι. Χορεύεις και όλα φεύγουν. Χορεύεις και πετάς. Πάνε οι πολυκατοικίες, είσαι πια σε ένα πέτρινο χωριό. Καλαβρία είναι; Καλάβρυτα; Εσύ θα το βρεις. Με παρέα. Η δική μας; Ο Αλέξανδρος, ο Βαγγέλης, η Εύα, η πάρτη μου κι όποια/ όποιος βρεθεί να χορεύει. Η δική σου; Χόρεψε και θα τη βρεις. Οι Encardia θα διώξουν το δηλητήριο όπως το έδιωξαν από εμάς. Οι Encardia είναι μια μουσική όαση με νεράκι μεσογειακό αληθινό.

Αλέκο, ευλογημένη η ώρα που πήγες στον Ιανό, είδες τη μαγεία κι είπες να τους φέρεις!

Βαγγέλη, ευλογημένη η ώρα που κατέβηκες με κείνο το καπέλο κι έσυρες το χορό στην Aula!

Έψαχνα, έψαχνα χρόνια για ταραντέλες σε δισκάδικα επαρχιακής πόλης τάχα μου εχούσης καλές με την Ιταλία σχέσεις και επιρροές. Κι ο παρακάτω διάλογος είναι πέρα για πέρα αληθινός, κι ευχαριστώ τους Encardia που τον κάνανε να μοιάζει με ανέκδοτο:

Α:Ταραντέλλες μήπως έχετε καθόλου; Κοίταζα τα ιταλικά και δεν…Β:Τι; Τι να έχουμε;

Α: Ταραντέλλες! Είναι κάτι πολύ γρήγορα κατωιταλικά…

Β: Ζυμαρικά… Ταλιατέλλες απέναντι φίλε, ταλιατέλλες απέναντι, στο ιταλικό εστιατόριο… Πολύ γρήγορα ιταλικά ζυμαρικά, ούτε δέκα λεπτά βράσιμο δεν θέλουν…

 

Advertisements
Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s