Συνέντευξη Αύγουστος Κορτώ

Posted: Νοέμβριος 16, 2007 in Χωρίς κατηγορία

Στα comments γιατί αλλιώς θα τα καλύψει όλα!

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η demetra λέει:

    mou arese poli. afto. alla to ennoo. mou arese poli.

  2. Ο/Η ilias λέει:

    Χρήστο!!!
    Να είσαι πάντα καλά!
    Εννοείται πάμε! θα μιλήσουμε! Τζίντζερ έηλ ρουλζ τελικά!
    (αν και το τζίντζερ σκέτο καίει, άσχετο)

  3. Ο/Η xxristos λέει:

    πολύ ωραία η συνέντευξη παιδιά!
    και οι ερωτήσεις και η σύνταξη των απαντήσεων και όλα.
    και πολύ αγαπησιάρικο (άντε πάλι) το «τελευταίο» που σας είπε.

    Ηλία, να πάμε για καφέ σ’αυτό της συνέντευξης. Όταν μπορέσεις, πριν ή μετά τη Θεσ.

  4. Ο/Η ilias λέει:

    οκέη κατερίνα Ξ! θα τη βάλουμε και ανκάτ! επιφυλάσσομαι σουν! (αν και δε βλέπω και κομμένη να προκαλεί καμιά αντίδραση…)

    μονταρισμένη Έλενα, αλλά δεν πάταγα εγώ (μόνο) το delete… Πέρα απ’ την πλάκα, έπρεπε να κοπεί για να χωρέσει…

  5. Ο/Η Ηelena λέει:

    περίπου 2500 λέξεις?? οκ είναι after μοντάζ….κρίμα, ολόκληρη έπρεπε να τη βάλετε…να δούμε όλοι πώς συρρικνώνεται μια συνέντευξη 5000 λέξεων…και συγκεκριμένα ενός κορτώ…

  6. Ο/Η Ηelena λέει:

    ειναι ολοκληρη ή εχει περασει απο μονταζ????

  7. Ο/Η Κατερίνα (ξ) λέει:

    οοο… νόμιζα ότι θα έμπαινε uncut….. 😐
    😛

    Α, ρε τί μας έκανε!

  8. Ο/Η ilias λέει:

    Αύγουστος Κορτώ

    Αύγουστε καλέ μου μήνα, νά’ σουν δυό Κορτώ τον χρόνο!
    Μετά την επεισοδιακή του εμφάνιση στο φεστιβάλ του Καλειδοσκοπίου, ο Αύγουστος Κορτώ ξαναχτυπά μέσα από τις σελίδες μας! Απολαύστε τον!

    Πώς φτιάχτηκε το ψευδώνυμό σου και γιατί ψευδώνυμο;

    Το διάλεξα γιατί τα πρώτα διηγήματα του «Βιβλίου των Βίτσιων» ήταν ακραίου περιεχομένου, πολλή ψωλή πολύ γαμήσι. Πήγαινα στην Ιατρική Θεσσαλονίκης, άρα σε μια πόλη δεξιά και συντηρητική, και σε μια ανάλογη σχολή. Για τον φόβο των Ιουδαίων σε περίπτωση που κάποιος καθηγητής μου διάβαζε τα διάφορα πηδήματα και με έκοβε, για να μην εκτεθώ σε φίλους οικογενειακούς. Αστεία πράγματα τώρα που το σκέφτομαι, αλλά φαντάζομαι τους λόγους που είχα τότε, στα δεκαοχτώ μου για να διαλέξω ψευδώνυμο. Όχι για τις ρωμαϊκές αναφορές, Διοκλητιανός, Ιούλιος Καίσαρας… Ήταν από απεριόριστο σεβασμό στον Αύγουστο Στρίντμπεργκ του οποίου το «Ονειρόδραμα» είχε λειτουργήσει ποιητικά στο δεκαεπτάχρονο μυαλουδάκι μου! Το «Κορτώ» είναι προϊόν της γαλλοτραφούς μου παιδείας, της μεγαλομανίας μου. Σε ένα ξενόγλωσσο κοινό, με ξένο ψευδώνυμο σκεφτόμουν πόσο θα έπιανε. Είναι ένα μούφα γαλλικό επώνυμο το οποίο, ας πούμε, όταν απέκτησα λογαριασμό hotmail δεν υπήρχε άλλος. Είναι ένα επινοημένο γαλλικό επώνυμο, σα να λέμε «Σκορδοπούτσογλου». Δεν σημαίνει κάτι.

    Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια;

    Τότε, μου φαίνονταν μια χαρά. Εκ των υστέρων, μου φαίνονται άθλια. Ήμουν ένα παιδάκι που δεν είχε φίλους, έκανε παρέα μόνο με τη μάνα του. Πολύ μαμόθρεφτο, κλειστό, μουντρούχικο παιδί. Παραπονιόμουνα πολύ εύκολα, γκρίνιαζα συνέχεια, ήμουνα σπασικλάκι, ανάποδο παιδί, που έβριζε πολύ, επιθετικό. Δεν ήμουν ευτυχισμένο παιδί. Τότε πίστευα ότι ήμουνα απόλυτα φυσιολογικός. Η στιγμή της σύγκρουσης αυτού που πίστευα για τον μικρό μου ιδιωτικό κόσμο όταν ήρθε σε αντιπαράθεση με την πραγματικότητα, ήτανε μια συντριβή από την οποία ακόμα αναρρώνω. Είχα μια τελείως αυτιστική παιδική ηλικία. Τα βιβλία, οι βιντεοκασέτες, οι δίσκοι και οι κασέτες που ακούγαμε με τη μάνα μου ήταν πιο αληθινά για μένα από το τι συνέβαινε τότε στον κόσμο. Χαίρομαι που δεν θα χρειαστεί να την ξαναζήσω. Η παιδική ηλικία είναι χαμένα χρόνια.

    Γιατί εγκατέλειψες τη Θεσσαλονίκη;

    Μένοντας ως τα 22-23 μου στο πατρικό μου σπίτι εντός του οποίου αυτοκτόνησε και η μαμά μου… Όχι ότι με στοίχειωνε το σπίτι, δεν έχω τέτοια θέματα, αλλά γενικά την είχα ταυτίσει με την αυτοκαταστροφική μου πορεία τη Θεσσαλονίκη. Με έντονο τρόπο, υπήρξε τραυματική για μένα. Η Αθήνα στάθηκε λίαν φιλόξενη, στα προσωπικά και τα επαγγελματικά μου, τους ανθρώπους που γνώρισα και γίνανε φίλοι μου. Ξεριζώθηκα και μετανάστευσα, δεν νοιώθω πια καμία νοσταλγία για τη Θεσσαλονίκη. Θεωρώ ότι η νοσταλγία ως έννοια για ό,τι ονομάζουμε «πατρίδα», για εκεί που μεγάλωσες, που κατούρησες είναι πράγμα τεχνητό και υπερτιμημένο. Δεν μπορώ να φανταστώ οποιονδήποτε άνθρωπο να σκέφτεται τα Σιάτιστα, το Νευροκόπι, το Χεζόλακκο και να δακρύζει και να λέει «Αχ Χεζόλακκε να περπατούσα στις ρούγες σου…» Αυτά είναι αστεία, όπου γης και πατρίς. Εφυγα ελαφρώς κυνηγημένος από τον κακό μου εαυτό. Ήμουνα μέσα στη ντρόγκα και στο πιώμα, ήμουνα αλκοολικός τον τελευταίο χρόνο στη Θεσσαλονίκη.

    Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;

    Οι συγγραφείς που με κάνανε να θέλω να γράψω ήταν Γάλλοι κυρίως. Ο Camus, ο Sartre, τα πρώτα δειλά βήματα με το Μαρκήσιο Ντε Σαντ και με τον Proust. Με εντυπωσίαζε η ομορφιά στον χειρισμό του λόγου και η ωριμότητα της σκέψης και το βάθος αυτών που διάβαζα. Αργότερα διάβαζα αγγλόφωνους πεζογράφους, και Κούντερα και Ναμπόκωφ, που τους λατρεύω σαν θεούς. Τα τελευταία χρόνια μέσω της μετάφρασης έχω αγαπήσει πολύ κάποιους συγγραφείς. Τον Απντάικ, την Άννυ Πρου. Από Έλληνες μου αρέσουν περισσότερο μυθιστορήματα μεμονωμένα. Συγγραφέας ολόκληρος δεν υπάρχει κάποιος μεγάλος για μένα. Δεν θεωρώ τον Καραγάτση, ούτε τον Καζαντζάκη τεράστιους συγγραφείς, γι’ αυτό και δεν απέκτησαν ποτέ διεθνή ακτινοβολία. Ο Καζαντζάκης είναι ακόμα for those who know. Από τη γενιά του Χρήστου Χωμενίδη η λογοτεχνία πέρασε στα χέρια εικοσάρηδων. Τατσόπουλος, Ραπτόπουλος, Σωτηροπούλου… Από τους σύγχρονους συγγραφείς διαβάζω βιβλία μεμονωμένα. Έχω πάθει κόλλημα με την Μπουραζοπούλου, κι έναν πιτσιρικά που λέγεται Κυριάκος Μαργαρίτης κι έχει βγάλει ένα βιβλίο στη Νεφέλη που λέγεται «Το Τσίρκο» που θεωρώ αριστούργημα. Οι περισσότεροι δυστυχώς μετά το πρώτο δεύτερο βιβλίο τεμπελιάζουν λίγο γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχει η κριτική.

    Στα βιβλία σου πώς επιλέγεις ένα θέμα;

    Θέλω να μου φαίνεται εμένα ενδιαφέρον. Κατά κανόνα θα έχει να κάνει με την ερωτική δυστυχία, με κάποιον πρωταγωνιστή που είναι διαταραγμένος, δυστυχισμένος. Το πρόβλημά του θα προκύπει από το σεξ. Αυτό είναι μια αυτοαναφορική κατάσταση από την οποία δεν μπορώ να ξεφύγω. Εγώ ήμουνα σεξουαλικά τρομερά στερημένος στην εφηβεία, έβλεπα τον εαυτό μου πολύ παράξενο και θεωρούσα ότι το πρόβλημα προσαρμογής μου ήταν ότι δεν γαμούσα. Όταν μεγάλωσα διαπίστωσα προς μεγάλη μου απογοήτευση ότι αυτό ήταν το τελευταίο από τα προβλήματά μου. Αυτό μονιμοποιήθηκε πολύ νωρίς στο μυαλό μου. Συνήθως οι ήρωές μου είναι άνθρωποι οι οποίοι υποφέρουν, κάνουνε σεξ αλλά και πάλι δεν τους γεμίζει. Είμαι συγγραφέας φαντεζί, όλα μου τα βιβλία έχουν κάτι το φαντασμαγορικό. Δεν μπορώ να φανταστώ να γράφω ένα novel όπου δεν συμβαίνουν εντυπωσιακά πράγματα. Θέλω το παιχνίδι μου να είναι πολύχρωμο, εφετζίδικο.

    Πιστεύεις ότι οι νέοι σήμερα βασανίζονται τόσο πολύ για το σεξ όσο ο Δαιμονιστής;

    Πλέον είναι πολύ πιο εύκολη η ερωτική εκτόνωση. Οι νέοι τώρα είναι πολύ πιο απελευθερωμένοι. Ο «Δαιμονιστής» ήταν ένας συμβολισμός αυτοβιογραφικός. Γι’ αυτό έκανα χρόνια να το βγάλω. Ήταν η πρώτη φορά που καταπιάστηκα με ένα θέμα υπερφυσικό, μεταφυσικό. Συνήθως δεν τα γουστάρω όλα αυτά γιατί είμαι άθεος. Είναι λίγο επικίνδυνα, ανοίγουν άλλους δρόμους. Μπορείς να ξεφύγεις τελείως σε μία λογοτεχνία της πίπας. Με έτρωγε εδώ και χρόνια ότι ήμουν εγκλωβισμένος σε ένα σώμα το οποίο δεν προσφερόταν σε καμία περίπτωση για να απολαύσεις τον έρωτα. Έβλεπα τον εαυτό μου σαν τέρας. Αφορούσε την περίοδο της σεξομανίας που πέρασα, όπως όλοι οι θεαματικά παχείς άνθρωποι όταν αδυνατίζουν που γαμάνε ό,τι κινείται. Απλοϊκά γίνεται «από σώμα σε σώμα χωρίς να μένει τίποτα» στον Δαιμονιστή. Είναι η δικιά μου θεωρία για τον ανδρικό οργασμό. Το σεξ είναι υπερτιμημένο για τον άνδρα. Εννιά στις δέκα την απόλαυση που μπορεί ένας άντρας να βγάλει απ’ το σεξ την αντλεί αυνανιζόμενος. Κρατάει δευτερόλεπτα και λες τελικά τόση ταλαιπωρία, τόσος αγώνας γι’ αυτό το πράμα; Μιλάω για την ματαιότητα του έρωτα στο δικό μου μυαλό παρά δίνω την άποψή μου για το πώς είναι ο κόσμος των ομοφυλόφιλων. Διαλέγω να είναι ομοφυλόφιλος ο Δαιμονιστής γιατί είναι ένα καταραμένο πλάσμα. Η παραδοσιακή κατάρα της ομοφυλοφιλίας βόλευε. Οι πούστηδες ζούσαν επί αιώνες σαν καταραμένοι χωρίς να είναι, κάποιοι ζουν ακόμα έτσι, κακό του κεφαλιού τους αν είναι στον αναπτυγμένο κόσμο. Δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα το βιβλίο. Ο έρωτας είναι κι από μόνος του μια πράξη μεταμόρφωσης. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι μας ενώνει με τον άλλο, ότι μας κάνει ένα σώμα μια ψυχή μια ψωλή, όλα αυτά τα αφελή. Ότι στη διάρκεια του φλερτ ή του ίδιου του σεξ ή ερωτοτροπώντας αλλάζουμε. Και τα πλέον εξοικειωμένα ζευγάρια που είναι χρόνια μαζί ακόμα και για το καθημερινό τους πήδημα φοράνε ένα κάποιο προσωπείο κοσμιότητας, γοητείας. Είναι μια καθημερινή διαδικασία μεταμόρφωσης επίσης περιττή, επίσης κουραστική…

    Ο Πέτρος Χατζόπουλος κι ο Αύγουστος Κορτώ είναι δυο διαφορετικά πρόσωπα;

    Παρ’ όλο που έχει γίνει πια το ψευδώνυμο και η περσόνα του Κορτώ το ίδιο υπαρκτή με την περσόνα του Πέτρου, και στις δύο περιπτώσεις είναι ο ίδιος άνθρωπος που έχει την αίσθηση ότι κοροϊδεύει την κοινωνία. Δεν έχω δύο προσωπικότητες σε καμία περίπτωση. Με τα χρόνια, η ζωή μου σήμερα, οι φίλοι μου, οι άνθρωποι που με αγαπούν, όλοι προέκυψαν χάρη στην επινόηση του Κορτώ. Άρα είμαι περισσότερο Κορτώ από Χατζόπουλος. Ναι όντως! Τώρα που το σκέφτομαι οι περισσότεροι φίλοι μου με αποκαλούν Κορτώ, με το επίθετο κιόλας σα να είμαι φαντάρος, μαθητής ή ναύτης! Καμιά φορά με προβληματίζει αυτό. Ισως είναι τα παιδικά βιβλία που παραπέμπουν σε διχασμό. Αλλά κι εκείνα με παρόμοιο τρόπο τα γράφω, βρίσκοντας μια ιδέα που να μου κάνει κούκου. Είναι αρκετά προκλητικά για τα δεδομένα των ελληνικών χρηστών ηθών. Με τα χρόνια νομίζω εκτοπίζομαι και γίνομαι όλος Κύριος Χάιντ. Ο πάλαι ποτέ Δόκτωρ Χατζόπουλος δεν ευτύχησε πολύ, ήταν μια αποτυχία. Μέχρι να γίνω Κορτώ ήμουνα χαμένος.

    Τις περσινές φοιτητικές κινητοποιήσεις πώς τις είδες ως αθηναίος πλέον παρατηρητής, και φοιτητής;

    Μπαίνοντας στο Πανεπιστήμιο είχα όνειρα Ακόμα και ακαδημαϊκής φύσεως. Ήμουνα εκεί για να αφοσιωθώ στην επιστήμη μου, να σπουδάσω, να γίνω κάτι. Ναι μεν να ψωλοκοπανήσω. Γιατί στην Ελλάδα τα Πανεπιστήμια όλοι ξέρουμε είναι και ολίγον ψωλοκοπάνισμα. Είναι θλιβερό αυτό που έλεγε ο Χωμενίδης, ότι βλέπεις στις κινητοποιήσεις παιδιά να σου προτάσσουνε θούριους. Μια πολύ παλαιάς κοπής αριστερή πολιτική τοποθέτηση, ξέρεις «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» και «Όχι στα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια» και δε συμμαζεύεται. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά φιλοδοξούν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν θέλουνε να βγούνε εκτός συστήματος. Έχω δει παιδιά τα οποία είναι μέσα στα γκάτζετ και την τεχνολογία. Δεν μπορείς να κατεβάζεις όλο το Prison Break το βράδυ με την ADSL σύνδεσή σου, να παραγγέλνεις από το AMAZON καπότες μπλε και το πρωί να είσαι κατά της ελεύθερης αγοράς. Είναι τελείως αστείο! Οι κινητοποιήσεις ήταν λίγο σώου. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά το περσινό το είδα και λίγο για το τζερτζελέ. Θυμάμαι ότι κι εγώ ακόμα που δεν έχω ούτε μισό αγωνιστικό κοκαλάκι μέσα μου, όποτε στο Πανεπιστήμιο μας λέγανε ότι θα γίνει μπουρδελάκι, θα χάσουμε παρακολουθήσεις και στα αμφιθέατρα θα πάρουμε τη σφραγίδα με μία παρακολούθηση, ήμουνα στην πρώτη γραμμή και τραγουδούσα Μάνο Λοΐζο! Αλλά αυτά είναι και λίγο κιτς.

    Έχεις στο ενεργητικό σου και σενάριο για την «Τεστοστερόνη». Ποιες είναι οι διαφορές στο μυαλό σου ανάμεσα στη συγγραφή ενός σεναρίου κι ενός βιβλίου;

    Το σινεμά στην Ελλάδα είναι πολύ δυστυχισμένη τέχνη. Όταν ακούω κάποιον να μου λέει ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης, τον λυπάμαι, πώς θα ζήσει; Είναι κρατική τέχνη, πρέπει να είσαι πίπα κώλο ζητιάνος στο Κέντρο για να πάρεις εκατό χιλιάρικα και μετά θα έρχονται ηθοποιοί, κάτι τσογλανάκια, και θα σου λένε ότι «επειδή παίζω σε σίριαλ φίλε καθημερινό κι έχω και το θέατρο, δεν προλαβαίνω να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό, γιατι το σινεμά δεν έχει λεφτά, το κάνω περισσότερο για το βιογραφικό μου». Ως σεναριογράφος εκεί υπέφερα. Μου έλεγε την άποψή της η κάθε ηθοποιός για το σενάριο. Η δουλειά της είναι να το πει. Οι περισσότεροι ηθοποιοί έχουνε προκύψει γαμιόντας. Οι επαγγελματίες ηθοποιοί δεν πληρώνονται για να έχουν άποψη, πληρώνονται για να παίζουνε. Δηλαδή, ουαί κι αλίμονο αν η Μέρυλ Στρηπ υπογράψει να παίξει σε μια ταινία και μετά πάει στο σκηνοθέτη και του πει «Ξέρεις έχω μια άποψη…». Θα της πει «κούκλα μου γλυκιά άντε και γαμήσου». Έχει μία μαγεία το σινεμά που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να τη φτάσει το θέατρο ποτέ. Οι ελληνικές ταινίες έχουν κακή φωτογραφία, μέτρια ηχοληψία, λάθος ερμηνείες, δεν έχουνε θεατές οπότε why bother? Μακάρι να μπορέσει να ξαναγίνει μια βιομηχανία όπως ήταν του Φίνου. Οι ταινίες αυτές, αν και απλοϊκές, επιβιώνουν επειδή ήταν τεχνικά άψογες.

    Πολλές φορές είπες δεν έχουν βάθος οι χαρακτήρες σε ένα σενάριο. Πιστεύεις ότι γι’ αυτό συχνά αντλούνε από βιβλία τα σενάρια για ταινίες;

    Κάποιοι δεν θέλουν να γυρίζονται τα βιβλία τους ταινίες. Νιώθουν ότι θα χάσουνε αυτή την ατομική μαγεία που έχει το κάθε τι. Αλλά μπορεί να συμβεί κι ανάποδα. Δηλαδή εγώ προσωπικά είδα μια ταινία πρόσφατα που την ζήλεψα τόσο πολύ που θα ήθελα να έχω γράψει το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε, το “Notes on a scandal” με την Τζούντι Ντενς και την Κέιτ Μπλάνσετ. Έπαθα τέτοια μουνόπλακα με το πώς παίζανε αυτές οι δύο. Νομίζω ότι οι δραματικές σχολές δεν χρειάζονται να κάθονται τρία χρόνια στον Κιμούλη, βάλε να δουν τα παιδιά αυτή την ταινία. Να βλέπεις την Τζούντι Ντενς εβδομήντα χρονών γρέντζα σιχαμένη να καπνίζει με τα βυζιά στη μπανιέρα μες στην κακία και την καταπιεσμένη λεσβιοσύνη και να παθαίνεις την πλάκα σου.

    Χειρότερη αντίδραση που είχες σε έργο σου;

    Μπινελίκια που έχω εισπράξει για την Ρόζα («Αυτοκτονώντας Ασύστολα») ήταν άσχημα. Κάποιες γυναίκες αναγνώστριες το είδανε ως πλήγμα, ως χτύπημα στο γυναικείο κίνημα επειδή η πρωταγωνίστρια ήταν αθυρόστομη, αμόρφωτη, γαμιόλα, την ενδιέφεραν μόνο τα ψώνια. Ήταν μια κλασική χαζογκόμενα σαραντάρα και το είδαν ως απαξιωτική ματιά προς τη γυναίκα γενικότερα, ενώ ήταν ένα βιβλίο τελείως ελαφρύ χωρίς καμιά προσποίηση, ούτε καν κοινωνικής σάτιρας. Αυτό το βιβλίο δεν το θεωρούσα καν βιβλίο. Γι’ αυτό είναι αποκηρυγμένο. Είναι μια πράξη αυτοβιογραφίας που είχε πλάκα όταν την έγραφα. Εισέπραξε πολύ βαριά σχόλια. Για τον «Δαιμονιστή», η γενικότερη αντίδραση ήταν πιο καλή απ’ ότι περίμενα, ενώ ήταν ένα μαύρο βιβλίο. Κάποιοι μου έστειλαν μπινελίκια από ιμέιλ, επειδή έριχνα μέσα κάτι γαμωσταυρίδια. Ότι έχω πολλές κακές λέξεις. Έχει πάρα πολύ πλάκα! Θυμάμαι τα χρόνια του γυμνασίου, ξαναζώ στα δώδεκα.

    Πόσα ανέκδοτα βιβλία έχεις;

    Είναι γύρω στα 30-40 βιβλία. Τα περισσότερα από αυτά είναι τελειωμένα. Συνήθως βιβλία τα οποία μένουν ανέκδοτα για πάνω από ένα δύο χρόνια δεν βγαίνουν τελικά ποτέ. Κι ο «Δαιμονιστής» με εξέπληξε που τελικά αποφάσισα να το βγάλω. Αυτά όλα είναι βιβλία τα οποία στο μεταξύ μέχρι να αποφασίσω αν θα τα βγάλω ή όχι τα διαβάζουν φίλοι μου. Γράφω συνέχεια. Τώρα τελειώνω το πέμπτο μου βιβλίο για το 2007. Από αυτά τα πέντε ένα τουλάχιστον πρέπει να είναι καλό. Δεν ξέρω ακόμα ποιο. Απ’ την άλλη δεν θέλω να τα διαβάζω γιατί νιώθω αμηχανία κι απογοητεύομαι, η καύλα είναι όταν τα γράφω και λέω «Τι ωραία τέλειωσα το αριστούργημά μου» Μετά το ξαναδιαβάζω και λέω «Το βιβλίο είναι ελεεινό». Αρχίζω αμέσως το επόμενο με την ελπίδα ότι θα γράψω επιτέλους το βιβλίο που πάντα ήθελα!

    Το επόμενό σου βιβλίο ποιο θα είναι;

    Νομίζω ότι θα είναι η «Παρθενιά». Είναι ένα μυθιστόρημα που έγραψα φέτος το Πάσχα, αλλά παραείναι προβοκατόρικο και το θέμα του και τα ιερά και τα όσια που βαράει. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Θέλω να το σκεφτώ όσο το σκέφτηκα και με τον «Δαιμονιστή». Να παλιώσει σαν καλό κρασί και να μη γίνει ξύδι, και να το ξαναδούμε.

    Πώς μεταφράζεις;

    Έχω τη φήμη του γρήγορου μεταφραστή. Τα τελευταία δύο χρόνια έχω μεταφράσει γύρω στα 25 βιβλία. Χοντρικά ένα βιβλίο το μήνα. Βαράω γκασμά, έτσι πάω γρήγορα. Είσαι self-employed κι ορίζεις εσύ τον χρόνο σου. Πολλοί μεταφραστές μεταφράζουν μία ώρα την μέρα και το πάνε λάου-λάου και το κάνουνε σε έξι μήνες ή ένα χρόνο. Επειδή από αυτό βιοπορίζομαι κυρίως την τελευταία διετία, το κάνω σαν δουλειά γραφείου, ξεκινάω από το πρωί στις οχτώ και το αφήνω στις πέντε το απόγευμα. Βγαίνει πολύ πράγμα. Τη «Λολίτα» του Ναμπόκωφ που έβγαλε τώρα το «Βήμα» την έκανα σε δεκαπέντε μέρες γιατί το έμαθα τελευταία στιγμή. Ήταν όνειρο ζωής να την κάνω.

    Νιώθεις ανάδελφος;

    Όχι καλέ! Είμαι παράδειγμα φοβερής αντικοινωνικότητας, ανάποδος άνθρωπος. Λαβαίνω πάρα πολλή αγάπη τελευταία. Αυτό που κάνουμε τώρα το βλέπω σαν κάτι πολύ αγαπησιάρικο που δεν το περίμενα ποτέ. Είστε φοιτητές και είχα την αίσθηση όταν ήρθα εδώ στο Πανεπιστήμιο ότι με όλα τα στραβά του, τα ανάποδά του και τις ταλαιπωρίες του είναι μια κατάσταση για σας ζωτική και σημαντική. Έχει την κακοπέρασή του, έχει και τις πίπες του αλλά περνάτε από έναν κόσμο και απολαμβάνετε κάτι στο οποίο αισθανόμουνα τελείως ξένος. Εκτός από σκατοφοιτητής, ήμουνα και ο φοιτητής που δεν είχε παρέες μέσα στο Πανεπιστήμιο. Με έναν συμφοιτητή είχα παρέα γιατι την πίναμε και οι δύο και είχαμε κάνει το σπίτι τεκέ. Το γεγονός ότι ο κόσμος που κάποτε μου φαινότανε τόσο τραγικός και τον απέφευγα και με απέφευγε κιόλας γιατι εγώ ήμουν ακόμη πιο τραγικός, τον ξαναβλέπω σε σας δικαιωμένο και κατά κάποιο τρόπο ξανά δικό μου. Μέσα από τα βιβλία ξανακερδίζω κομμάτια της ζωής μου που νόμιζα ότι ήταν χαμένα οριστικά. Βλέπω τον εαυτό μου πιο συμπαθή. Σας ευχαριστώ!

    Εμείς σε ευχαριστούμε!

    Εθισμένοι στην Κορτιζόνη οι:
    Θανάσης Αγγελόπουλος, Ηλίας Κολοκούρης, Κατερίνα Σκρουμπέλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s