Αρχείο για Οκτώβριος, 2011

Η αγάπη μετριέται σε αριθμούς; Σίγουρα όχι, αλλά πάντως αποτυπώνεται με ψηφία. Και όχι μόνο η αγάπη. Οι αριθμοί κρύβουν μυσταγωγικά πίσω από τις καμπύλες και τις γωνίες τους κάθε θεμελιώδη ανθρώπινη έννοια και αξία: τη στοργή, την έγνοια, την πίστη, τη ζωή, την ίδια ύπαρξη του κόσμου. Αυτό είναι το θεματικό κέντρο του βιβλίου της Yoko Ogawa που κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το 2004, τιμήθηκε με το λογοτεχνικό βραβείο Γιομιούρι, το Μεγάλο Βραβείο των Βιβλιοπωλών και, πρόσφατα, με το βραβείο της Εταιρείας Μαθηματικών για ευνόητους λόγους.

Όντας εγώ ανέκαθεν θεωρητικό στοιχείο μου μπήκε και τρίτη σκέψη πριν το διαβάσω αλλά σίγουρα δε βγήκα χαμένος εν τέλει. Όσο και να μην ‘’πας’’ τα μαθηματικά, στο τέλος το λιγότερο θα σεβαστείς αυτή την πολύπλοκη και παρεξηγημένη επιστήμη. «Όσο αδύνατο είναι να εξηγήσει κανείς γιατί τα αστέρια είναι όμορφα, άλλο τόσο είναι και να εκφράσει την ομορφιά των μαθηματικών«. Και αυτό είναι μόνο η αφορμή. Ποτέ μου δεν πίστευα πως οι ανθρώπινες σχέσεις θα μπορούσαν να κεντηθούν, να μεταφραστούν με αλγεβρικούς όρους και εξισώσεις.

Συγκεκριμένα, μια οικιακή βοηθός, ένας άνθρωπος εντελώς κοινότοπος, φτωχός και καλοσυνάτος, κάποιο τυχαίο δείγμα της αστικής κοινωνίας με τα αέναα βάσανα που το απασχολούν πιάνει δουλειά στο σπίτι ενός πρώην καθηγητή πανεπιστημίου μαθηματικών, ο οποίος αποτελεί ‘’ δύσκολη περίπτωση’’. Εκείνος μετά από αυτοκινητιστικό ατύχημα ζει καταδικασμένος με μια βραχεία μνήμη μόλις ογδόντα λεπτών, ενώ θυμάται τα πάντα πριν το δυστυχές συμβάν πριν από δεκαεφτά χρόνια (βρισκόμαστε στο 1992). Με παρότρυνσή του η γυναίκα μπορεί να φέρνει στο σπίτι του και το δεκάχρονο γιο της που έχει πάθος με το μπέιζμπολ και στον οποίο ο καθηγητής δίνει το ψευδώνυμο Ρουτ (=ρίζα, επειδή το κεφάλι του μοιάζει με το μαθηματικό σύμβολο). Από εκεί και πέρα αρχίζει αν υφαίνεται μια νέα σχέση μεταξύ των τριών τους που ούτε απλή φιλία μπορείς να τη χαρακτηρίσεις αλλά ούτε οικογενειακή  ευτυχία ∙ ίσως Θαλπωρή με όλη την έννοια της λέξης.

Κάθε πρωί οι δυο τους θα ξανασυστήνονται με τον καθηγητή όμως μαθαίνουν να συμβιβάζονται με την αναπηρία της μνήμης του και προσπαθούν να συμβαδίζουν με τα δικά του σταθμά. Θέλουν να τον ανακαλύψουν αλλά έχει καλά το παρελθόν καλά θαμμένο μέσα του, γλυκό και κοντινό. Εκείνοι προσπαθούν να τον γνωρίζουν αλλά εκείνος θα μιλάει μόνο για τον μαγικό μαθηματικό του κόσμο. Σταδιακά παύουν να του κάνουν αναφορά για το τώρα και προσπαθούν να αυτοεξομοιωθούν με το δικό του τώρα, που έχει σταματήσει να κυλάει εδώ και δύο δεκαετίες. Και θα ταξιδεύουν συνέχεια από εποχή σε εποχή χωρίς να χάνονται και μένουν να καταλαβαίνουν πως η Λήθη δεν είναι τόσο κακή τελικά. Αποτελεί μια περαιτέρω ευκαιρία να αγαπήσεις τον άλλο, όπως προσπαθείς να κάνεις τον τυφλό να δει με τα δικά σου μάτια. Και οι πρώτοι αριθμοί χαμογελάνε από μακριά για την εντελέχεια του σύμπαντος που έχουν πλάσει.

Η γλώσσα απλή, λιτή και απέριττη, εντελώς ανάλογη με την ιαπωνική φιλοσοφία για τη ζωή και τη γαλήνη που εκπνέουν τα πάντα, ακόμα και τα πεζοδρόμια. Οι σελίδες θα περνούν και εσύ θα μυρίζεις το νοτισμένο χώμα και θα άπτεσαι τα άνθη κερασιάς. Το μόνο εμπόδιο στην ανάγνωση αποτελούν οι μαθηματικές παρεμβολές αλλά προτείνω να μην της προσπερνάτε. Τις περισσότερες φορές αποτελούν δομικό στοιχείο της πλοκής.

Καλή ανάγνωση!!

Advertisements

Music Update…

Uploading, please wait…

ΜΠΡΟΥΦ!!!

Your upload has been successful… Enjoy yourselves…

Πόσα χρώματα μπορεί άραγε να παράγει η μουσική; Η απάντησή μου θα ήταν όσα υπάρχουν. Αυτό περιλαμβάνει κάθε πιθανή απόχρωση, οποιαδήποτε σκιά, ακόμη και το οποιοδήποτε ξεθώριασμα που κάποιος θα θεωρούσε απλώς ξέπλυμα, άρα όχι-χρώμα. Και επειδή το κάθε χρώμα αντιστοιχεί και σε μια διαφορετική διάθεση, θα έλεγα πως η μουσική είναι ένα από τα ελάχιστα μέσα με τα οποία- όχι όπως θα έλεγε κάποιος εκδηλώνουμε τη διάθεσή μας, όχι δεν είναι αυτό- είναι ένα από τα ελάχιστα μέσα με την οποία επηρεάζουμε την εκάστοτε διάθεσή μας και την ελέγχουμε. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει και η αντίστοιχη μουσική που να την εξωτερικεύει και στον υπόλοιπο κόσμο.

Πόσες φορές κάθισε κάποιος μπροστά από το σωρό της μουσικής του (είτε ψηφιακό, είτε υλικό) και ενώ βρισκόταν σε πλήρη θλίψη έβαλε κάτι για να… τον ανεβάσει; Πόσες φορές χρειάστηκε κάποιος άλλος να ακούσει ένα κομμάτι απόλυτα γλυκιάς θλίψης, ώστε να μπορέσει να απομονώσει τη χαρά του και να απολαύσει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα;

Το παρόν θέμα αφορά τις βροχερές μέρες, οι οποίες μιας και διανύουμε το φθινόπωρο αναμένεται να είναι πολλές. Ο νους ενός μουσικά ανίδεου θα έτρεχε απευθείας στην κατάθλιψη. Αρνητικά προκατειλημμένος, θα έχανε ένα 99% της ομορφιάς των κομματιών που θα παραθέσω μια παράγραφο παρακάτω.  Ένας γνώστης της μουσικής όμως- ή πολύ ορθότερα: λάτρης της μουσικής- ως αντικειμενικός κριτής θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί την ομορφιά και το μεγαλείο τους κατά ένα μεγάλο ποσοστό. Από εκεί και πέρα θέση παίρνει το γούστο και η ιδιοσυγκρασία, δυο παράγοντες στους οποίους δεν μπορώ να εκφέρω καμιά ένσταση.

ΟΧΙ, ΔΕ ΒΑΖΩ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ!!!

Αν είσαι από αυτούς που λατρεύουν τη μουσική, τότε τα επόμενα τραγούδια θα σ’ ενθουσιάσουν. Εδώ βρίσκεται ένα πολύ καλό δείγμα της μουσικής ανά τα χρόνια και εγώ, ταπεινή λάτρης της, αφιερώνω ελάχιστο χώρο και χρόνο για ένα, ακόμα πιο ελάχιστο, δείγμα της.

  1. Όλοι γνωρίζουμε τους Black Sabbath. Με μια αρκετά σύντομη πορεία μέσα στο μουσικό χώρο, παρ’ όλα αυτά το κεφάλαιο στην ιστορία της μουσικής που αφιερώνεται σε αυτούς είναι τεράστιο. Και όχι άδικα.  Μετά από ένα πολύ εύστοχο σχόλιο από ένα χρήστη στο youtube, ένα αριστούργημα μετατρέπεται σε κάτι παραπάνω από θεϊκό με μόνο μια μικρή προσθήκη.

  σε συνδυασμό με το πανέμορφο site www.rainymood.com .

Για όσους δε γνωρίζουν, το rainymood είναι ένα site το οποίο παράγει συνεχόμενα ήχο βροχής. ‘Άχρηστο για καποιους, ευεργετικό για άλλους και… πολύτιμο για τους εκλεκτούς. Ο συνδυασμός είναι τόσο ΓΑΜΑΤΟΣ που μετά από τόσο καιρό που το γνωρίζω, συνεχίζω να χρωστώ ευγνωμοσύνη σ’ αυτόν που μου το έδειξε.

2.       Και επειδή η trip hop/ ambient δεν έβλαψε ποτέ κανέναν (μόνο τα σκυλάδικα βλάπτουν), ο Emancipator αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους στο είδος του. Απόδειξη; Τα κομμάτια που ακούτε είναι από τον πρώτο του δίσκο, τον οποίο έβγαλε μόλις στα 19 του χρόνια.

 

3.       Twisting through the dark concealing, search again your reflection lives within

Μπορεί να έχει φωνάρα και να την αδικώ που βάζω το instrumental, αλλά με μια τόσο άψογη σύνθεση από τα χεράκια της δεν μπορείς να μην το κάνεις. Στίχοι όμορφοι, αλλά μερικές φορές η σιωπή μπορεί να περάσει περισσότερα απ’ όσα μπορεί η χροιά. Σε απολαμβάνω σε άλλα εξάλλου, δεν έχω τύψεις. Feeding the flower that dies is a ray of light…

4.           Όποιος πιστεύει πως τα Soundtracks ανήκουν σε υποκατηγορία της μουσικής τού αξίζει επικήρυξη με χρηματικό ποσό που θα ορίσω εγώ η ίδια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα ήταν καλύτερο να μην έχετε δει τις ταινίες- ειδικά την πρώτη φορά που θα ακούσετε το soundtrack, διότι με αυτόν τον τρόπο η εικόνα θα προκαλεί μια διαβρωμένη εντύπωση της μουσικής που κανονικά θα μπορούσε να αποτυπωθεί διαφορετικά μέσα σας. Στη δική μου περίπτωση αυτό με έσωσε πολλές φορές και ΕΙΔΙΚΑ στο The Piano στο οποίο ευτυχώς είχα έναν ολόκληρο χρόνο άγνοιας για το τι συμβαίνει και συνεπώς πλήρη ελευθερία να ταυτιστώ με τη μουσική my way.

5.       Για πολλούς καλοκαιρινό. Για άλλους μελαγχολικό ή ένα κομμάτι ενδοσκόπησης. Για άλλους κάτι τελείως διαφορετικό και ασύλληπτο. Αμφιλεγόμενο, αλλά παρ’ όλα αυτά ευρέως αναγνωρισμένο ως ΑΨΟΓΟ, το Marooned των Pink Floyd θα μπορούσε μια βροχερή μέρα να προσφέρει μέσα σας κάτι εντελώς αναπάντεχο. Χαίρομαι για την εμπειρία και σας εύχομαι να την απολαύσετε όπως σας αξίζει. Με τις ευχές μου. Νακόπουλε για το ψυχικό που μας κάνεις κάθε φορά και ανεβάζεις αναρτήσεις… και μιας και σε συγκλόνισε, εσένα όπως και πολλούς, το συμπεριλαμβάνω για να το απολαμβάνουμε και από το site τώρα!

6.          Ναι, ναι, είναι γνωστό. Θα πάω στους Mogwai στις 21/10. Καημένοι Καλειδοσκοπίτες σας τα’ πριξα πια με αυτό το θέμα. Και φυσικά αναμένετε και αντίστοιχη ανάρτηση μετά το πέρας της πολυπόθητης βραδιάς. Anyway… Στην προκειμένη περίπτωση.. το Half Time θα μπορούσε να κάνει το χουζούρεμα στο κρεβάτι ενός μουντού πρωινού μια μοναδική εμπειρία- καλύτερη και από αυτής του απλού χουζουρέματος, ναι, ναι! Μια, δυο, τρεις φορές και η μέρα είναι εγγυημένα πανέμορφη!

7.        Ε, λοιπόν, το παραδέχομαι! Λατρεύω metal!Τι να κάνω! Είναι απλή ΠΩΡΩΣΗ! Πιστεύεις πως γεννήθηκες σε λάθος εποχή; Θες να ακούσεις κάτι μεσαιωνικό και όμορφο, μα ακόμα δεν το έχεις βρει; Θέλεις να βιώσεις λίγη από την επική δόξα περασμένων αιώνων; Όχι, δεν είναι διαφήμιση. Είναι μια από τις ομορφότερες ανακοινώσεις EVER. Οι Haggard όχι μόνο θα ικανοποιήσουν την ακόλαστη δίψα σου για μουσικό πάθος, αλλά ίσως νιώσεις και κάτι μέσα σου να σπάει και να παίρνει προνομιούχα θέση στην πυραμίδα του παρελθόντος και των αναμνήσεων που φυλάς σφιχτά στην αγκαλιά σου. Κράτα το καλά, είναι σωστός θησαυρός. Έχε τα αφτιά σου ανοιχτά για τη συνέχεια…

Μιας και είσαι άπληστος, θα σου προσφέρω και κάτι ακόμη. Αν είσαι για κάτι πιο folk αλλά κατά τα άλλα να φέρει πάνω του την άγρια και ψυχρή ομορφιά της metal, τότε καλύτερα να πάρεις αυτό και να πάθεις την πλάκα σου (τελικά υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εκφράσεις την πώρωσή του με λέξεις, αλλά δεν είναι ποτέ αρκετοί για να την εξωτερικεύσεις ολόκληρη, γι’ αυτό πατήστε στο link):

Οι Eluveitie απλά γαμάνε! (αντιποιητικό; Ποιος νοιάζεται! Αφού ΕΤΣΙ είναι)

8.        Και μιας και αναφέρθηκε το folk- και επειδή νιώθω ήδη ενοχές που το άφησα όγδοο- νιώθω τη σφοδρή ανάγκη να κάνω ένα tribute στη Loreena McKennitt, το ξωτικό της μουσικής, τη φωνή που λάτρεψα και θα λατρεύω πάντα. Έχει ταξιδέψει  πολύ, έχει ψάξει πολύ και έχει χτίσει ένα ολόκληρο έργο γύρω από τις παραδόσεις και τους μύθους διάφορων λαών, κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των Άγγλων, των Σκοτσέζων και των Κελτών. Δυο από τα ομορφότερα έργα που έχουν γραφτεί ποτέ, ένα μεταφορά από ποίημα του Sir Walter Scott- The English Ladye and the Knight και ένα δικό της δημιούργημα (που για μένα αντιπροσωπεύει ένα από τα τελειότερα κομμάτια που οφείλει η γη ολόκληρη ν’ ακούσει).

I’d hear the ocean breathe

Exhale upon the shore

I knew the tempest’s blood

Its wrath I would endure

9.        Iceland! Κρύο, πατινάζ, Βόρειο Σέλλας και πανέμορφα τοπία. Πώς να μην αντλεί κανείς έμπνευση από μια τέτοια ψυχρή όαση ; I am in high spirits!

10.  Τέλος, επειδή είναι ΑΞΙΟΛΑΤΡΕΥΤΟΣ και τρελάρας, και επειδή το νέο του άλμπουμ Bad As Me κυκλοφορεί στις 25/10, μια βροχερή νύχτα ίσως να έκλεινε με τον καλύτερο τρόπο μαζί του. Παρέα με ένα ποτήρι ρούμι, καπνό και χαμηλά φώτα-και τζάκι για τις πιο κρύες νύχτες- ίσως και να καταφέρεις τελικά να σηκωθείς από τον καναπέ, να φορέσεις τιράντες, να πάρεις το μαύρο σου καπελάκι και με μια θεατρική κίνηση να τη ζητήσεις σε ένα μοναδικό και προσωπικό χορό… Μα πρόσεχε είναι επικίνδυνη!

She left on the fall, that’s her picture on the wall

She always had that little drop of poison

Here you lose a little every day

I remember when a million was a million

They all have ways to make you pay

(Doesn’t that ring a bell???)

Δεν μ’ αρέσουν οι κριτικές κι οι αναλύσεις. Δεν μ’ αρέσουν, εκτός αν γίνονται δίχως τη φιλοδοξία να μιλήσουν εξ ονόματος των δημιουργών. Κανείς δεν ξέρει πώς σκέφτεται ο σκηνοθέτης, τι ήθελε να δείξει, τι ήθελε να πει ή να συμβολίσει. Αυτονόητο, που συχνά το ξεχνάμε. Ακολουθεί η προσωπική μου ματιά πάνω στην ταινία. Ακολουθεί μια κριτική και μια ανάλυση. Η ανάλυση αναφέρεται σε όσους έχουν δει την ταινία και ιδίως σε όσους άρεσε η ταινία. Ιδιαίτατα σε όσους θέλουν να ασχοληθούν λίγο παραπάνω με το τι είδαν! Δεν έχω ανακαλύψει την Αμερική, ευελπιστώ, τακτοποιώντας τις σκέψεις μου σε κείμενο, να σας βοηθήσω να τακτοποιήσετε τις δικές σας!

Κριτική

Μια από τις καλύτερες ταινίες του Woody Allen. Από τις καλύτερες σύγχρονες δουλειές του. Και από τις καλύτερες επιλογές για έξοδο! Κομεντί με παραμυθένια φύση, η οποία δεν υπάρχει σε άλλες δουλειές του Allen. Για πρώτη φορά, το χιούμορ του θυμίζει τις παλιές, καλές και πετυχημένες ταινίες. Δεν είναι αμιγώς κωμωδία, όπως θεωρήθηκε το «Ό, τι Κάτσει» ή το «Θα Συναντήσεις Έναν Ψηλό Μελαχρινό Άνδρα».  Ωστόσο, το χιούμορ και η σκηνοθεσία ως προς το κωμικό προσεγγίζουν το κλασικό γουντυαλλενικό πολύ περισσότερο από λίγο προηγούμενες δουλειές του. Το ίδιο κι οι διάλογοι κι οι χαρακτήρες. Όλα είναι φτιαγμένα με τον τρόπο που έφτιαχνε τις ταινίες του ο Woody Allen παλαιότερα! Ίσως επειδή είναι ένα θέμα που πάντα το είχε στο μυαλό του και θέλει να γυρίσει μια τέτοια ταινία από τη δεκαετία του ’70, με σκηνικό όμως τη Νέα Υόρκη και το Broadway. Τελικά, η ταινία έγινε το 2011, στο Παρίσι, αλλά δεν έχει χαθεί η σπιρτάδα που θα είχε η ταινία ενός τριανταπεντάρη! Δεν έχει να κάνει με επανάληψη. Κάθε σκηνοθέτης έχει το στυλ του, τα θέματά του, τους προβληματισμούς του. Απλώς ο Allen είναι πολύ πιο παραγωγικός και επανειλημμένα έχει πει ότι κάνει ταινίες για τον εαυτό του, ακριβώς επειδή δεν θεωρεί τον εαυτό του καλλιτέχνη.

 

Ανάλυση

Woody Allen. Ο νεοϋορκέζος σκηνοθέτης επιστρέφει στην Ευρώπη, για να συνεχίσει το χόμπυ του, το σινεμά! Αυτή τη φορά από το Παρίσι.

«Την καλύτερη πόλη του κόσμου», όπως ακούγεται στην αρχή της ταινίας, συνοδεία πλάνων που αποτυπώνουν την καθημερινότητα της πόλης. Ο W. Allen προσέλαβε την ατμόσφαιρα του Παρισίου, τη γοητεία του, τη φόρτιση που προξενεί στους επισκέπτες, την ιστορία του, τη συναισθηματική και συμβολική αξία του, την επιρροή που μπορεί να ασκήσει και τις εικόνες που μόνο στο άκουσμα του ονόματός του μπορούν να δημιουργηθούν και κατέληξε: «αυτή η πόλη είναι μαγική!». Και τη μαγεία αυτή την κάνει παραμύθι. Ένα παραμύθι για μεγάλους,, η φόρμα της «Σταχτοπούτας» με… ενήλικο περιεχόμενο, αφού δύσκολα κάποιο παιδί να γνωρίζει τους Scott και Zelda Fitzgerald, την Gertrude Stein, τον Pablo Picasso (λίγο πιο εύκολο αυτό!), τον Luis Buñuel , τον Man Ray, τον Salvador Dalí (κι αυτό ψιλοεύκολο είναι!). Γιατί αυτοί είναι το παραμύθι του W. Allen. Δεν έχει βασιλιάδες, μάγισσες, δράκους. Έχει τη δεκαετία του 1920, το Παρίσι του μεσοπολέμου.

Η ταινία ξεκινά με εικόνες από το Παρίσι. Όμορφες και ατμοσφαιρικές εικόνες, που εισάγουν το θεατή στον τόπο του μύθου, και δημιουργούν ένα αίσθημα ευχάριστο, δεκτικό της συνέχειας! Περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει στους χώρους που καρέ – καρέ παρουσιάζονται. Και τότε, ξεκινά η αφήγηση της ιστορίας. Βλέπουμε στη γέφυρα, πάνω από τη λίμνη ενός πάρκου, ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, τον Gil και την Inez, να μιλούν για την αγάπη τους. Πρόκειται για ιστορία αγάπης, λοιπόν; Σίγουρα πρόκειται για κλασικό γουντυαλλενικό στοιχείο! Όταν πιάνει να βρέχει, ο Gil θέλει να περπατήσει. Του αρέσει η βροχή και η παριζιάνικη ατμόσφαιρα. Θα ήθελε να μείνουν εκεί. Η Inez προτιμά την California και τον ήλιο. Επίσης, τυπικό στοιχείο στην πλοκή των έργων του Allen! Συχνά βλέπουμε ήρωες του να διαφωνούν σχετικά με τον αγαπημένο τους τόπο και το αγαπημένο τους κλίμα. Συχνά, μάλιστα, οι διαφωνίες είναι αγεφύρωτες. Από τη μια πλευρά είναι ο ήλιος κι η ζέστη της California, ενώ από την άλλη συνήθως είναι η συννεφιά της Νέας Υόρκης. Γρήγορα μαθαίνουμε ότι ο Gil είναι δυνάμει συγγραφέας: σεναριογράφος του Hollywood που θέλει να στραφεί στη λογοτεχνία. Δεν έχει όμως έμπνευση. Ο χαρακτήρας του είναι ο κλασικός χαρακτήρας των περισσότερων πρωταγωνιστικών ηρώων του W. Allen. Νευρικός, κυνικός, έξυπνος, με χιούμορ, αναποφάσιστος και τραυλίζει καθώς μιλά. Ωστόσο, ο Gil είναι από τους πιο πετυχημένα σχεδιασμένους τέτοιους χαρακτήρες. Και δεν πρόκειται για προσωπογραφία του Woody Allen. Παρ’ ότι έχει δημιουργήσει δεκάδες τέτοιους ήρωες, δεν φτιάχνει τον εαυτό του. Ο Allen μιλάει σιγά και αργά, δεν τραυλίζει (!), είναι ήρεμος. Ο λόγος που επικεντρώνει σε νευρικούς χαρακτήρες είναι ότι αυτούς έχει αποκωδικοποιήσει και αυτούς μπορούσε και να υποδυθεί! Και, κυρίως, έτσι αντιλαμβάνεται τη μεσαία τάξη (στην ψυχολογία, αν όχι και στο χρήμα) της Νέας Υόρκης, η οποία σκιαγραφείται μέσα από το συνολικό έργο του.

Προχωράμε! Η Inez έχει γούστα αντίθετα με εκείνα του Gil, πράγμα που θα επιφέρει προβλήματα στη σχέση τους. Λίγο αργότερα, γνωρίζουμε τους γονείς της Inez. Κλασικοί συντηρητικοί Αμερικάνοι, δεν πολυγουστάρουν τον Gil, με τον οποίο έχουν πολιτικές διαφωνίες, αφού αποκαλεί τους Ρεπουμπλικάνους «άμυαλα ζόμπυ»! Δε λείπει το πολιτικό σχόλιο! Εκείνη την ώρα μπαίνουν στη σκηνή, οι Paul και Carol, δυο φίλοι της Inez, που επίσης κάνουν διακοπές στο Παρίσι. Ο Paul, παλιός έρωτας της Inez, είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αποτελεί την αφορμή να απομακρυνθούν ψυχή τε και σώματι οι Gil και Inez. Η Inez τον θαυμάζει και περνάει καλά μαζί του, ενώ ο Gil τον θεωρεί γελοίο και προτιμά να φεύγει από την παρέα και να περπατάει μόνος με τις ώρες στην πόλη.

Ένα βράδυ, ημι – μεθυσμένος, χάνεται στα σοκάκια. Κι όταν σημάνει η δωδέκατη μετά μεσημβρίας, ένα αμάξι, μοντέλο των αρχών του 20ου αιώνα, σταματάει μπροστά του. Η παρέα που είναι μέσα στο αμάξι τον προσκαλεί να την ακολουθήσει. Ο Gil μπαίνει στο αυτοκίνητο και εκεί αρχίζει το παραμύθι. Ο Gil μεταφέρεται στη δεκαετία του ’20!

Αυτό είναι το φόντο, στο οποίο θα ξετυλιχθεί η κλωστή του παραμυθιού. Πρόκειται, όμως, για το μόνο κατάλληλο φόντο. Ο W. Allen δεν επέλεξε στην τύχη κομμάτια, ικανά να συμπληρώσουν το παζλ. Ο πρόλογος αυτός είναι ουσιαστικά η προϋπόθεση, ώστε να συμβούν τα επόμενα γεγονότα. Δε γίνεται να αφαιρέσεις κάτι από όσα είδαμε χωρίς να κατεδαφιστεί το οικοδόμημα της ταινίας. Αν ο Gil κι η Inez, για παράδειγμα, δε συναντούσαν τον Paul, αν δε βαριόταν η Inez το περπάτημα, αν ο Gil δεν ήταν ονειροπόλος, δε θα υπήρχε λόγος να χωρίζουν τα βράδια, δε θα μπορούσε ο Gil να περπατάει με τις ώρες και να γνωρίσει την… μαγεία του Παρισιού. Όσα παρακολουθούμε στην εισαγωγή, δεν υπηρετούν μόνο την πλοκή, αλλά και την ατμόσφαιρα (αν δε βλέπαμε στην αρχή της ταινίας τους Gil και Inez να μιλούν για την αγάπη και το γάμο τους, δε θα είχε τόσο ενδιαφέρον η απόληξη των νυχτοπερπατημάτων του Gil, ούτε και η τελική του απόφαση), και, φυσικά, το κωμικό στοιχείο (εάν δεν υπήρχε ο υπερφίαλος Paul, δε θα είχε μεγάλη αξία  η ανάλυση που κάνει ο Gil στο Λούβρο). Ένα ακόμη γουντυαλλενικό στοιχείο, λοιπόν, το δεμένο και απέριττο σενάριο! Υπάρχει, όμως, και κάτι πιο πρωτότυπο, τουλάχιστον σε σχέση με τις πρόσφατες ταινίες του. Η ερωτική ιστορία δεν είναι το κεντρικό σημείο, δεν είναι το σημαντικότερο στοιχείο της ταινίας.

Κεντρικό άξονα στη θεματική της ταινίας, στον προβληματισμό, για όποιον προτιμά, έχει το παρόν και το παρελθόν. Δεν μιλάμε, όμως, για το συγκεκριμένο παρόν, για το σύγχρονο κόσμο που ζούμε, και, συνεπώς, δε μιλάμε ούτε για συγκεκριμένο παρελθόν! Ο Allen τα χρησιμοποιεί ως έννοιες, προβληματίζεται για το παρόν κάθε εποχής. Μεταφέρεται, δηλαδή, σε κάθε εποχή, τη βιώνει ως παρόν, και αναζητά μέσω των ηρώων του τα στοιχεία κάθε παρόντος, τα χαρακτηριστικά της έννοιας του παρόντος, την ειδοποιό διαφορά του από το παρελθόν. Η αναζήτηση, όμως, είναι επικεντρωμένη, όχι στην έννοια των χρονικών διαστάσεων, αλλά στον υποκειμενικό τρόπο αντίληψής των. Δηλαδή, στον άνθρωπο, στην ψυχολογία  εκείνων που ζουν με την πεποίθηση ότι οι παρελθόντες καιροί είναι καλύτεροι από τους σύγχρονους, που λατρεύουν το παρελθόν. Νοσταλγοί, ονειροπόλοι ή ρομαντικοί, σ’ αυτούς ανήκει και ο Gil. Κι όταν συνειδητοποιεί ότι μεταφέρθηκε στο παρελθόν, στη δεκαετία του 1920, νιώθει έκπληξη, αμηχανία και δέος. Δεν μπορεί να πιστέψει ότι μιλά με τον Scott Fitzgerald, ότι πίνει με τον Ernest Hemingway, ότι επισκέπτεται το σπίτι του Picasso, ότι κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τους Luis Buñuel , Man Ray, και Salvador Dalí. Και όταν φεύγει και επιστρέφει στο παρόν, νιώθει κατενθουσιασμένος με την εμπειρία του. Μετά, όμως, από μια – δυο επισκέψεις, στη δεκαετία του ’20, αρχίζει να εγκλιματίζεται: δεν είναι μόνο κωμικό ότι δεν αντιμετωπίζει πια με δέος, αλλά ως  ίσους τους μεγαλοφυείς ανθρώπους που θαυμάζει. Είναι και σημάδι ότι έχει αρχίσει να συνηθίζει τη δεκαετία του ‘ 20, να τη νιώθει πιο δική του, να τη βιώνει σα να είναι παρόν του. Και, σιγά – σιγά, αρχίζουν κι οι δυσκολίες. Ερωτεύεται την ερωμένη του Picasso, την Adriane,  την οποία διεκδικεί κι ο Hemingway. Τη σκέφτεται και στη διάρκεια της ημέρας στο Παρίσι του 21ου αιώνα, κι αρχίζει να αγχώνεται για το πώς θα την κερδίσει, και πώς θα καλύψει την παράνομη σχέση του από την Inez. Αρχίζει να υποψιάζεται ότι το παρελθόν δεν είναι ρόδινο; Μάλλον όχι ακόμα. Το καταλαβαίνει, όμως, όταν ταξιδεύει μαζί με την Adriane στο Παρίσι του 1890. Η Adriane κατενθουσιάζεται όταν βλέπει ζωντανή μπροστά της την Belle Époque και συνομιλεί με τον Gaugin, Lautrec κ.ά. Προτείνει στον Gil να μείνουν εκεί για πάντα, και να αφήσουν το πεζό και ανιαρό παρόν του 1920! Παράλληλα, οι Gaugin και Lautrec συμφωνούν ότι η εποχή τους είναι πολύ κατώτερη του παρελθόντος! Αυτό που έχει, σημασία, λοιπόν, είναι το παρόν, η ζωή που βιώνουμε. Κι ας έχει τα χίλια μειονεκτήματα. Επειδή εκεί μόνο μπορούν να φιλοξενηθούν τα όνειρα των ανθρώπων.

Κι η περιπέτεια του Gil; Είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Είναι εντυπωσιακό ότι η ταινία είναι φτιαγμένη με τέτοιον τρόπο, που δεν ανάγει την ερώτηση αυτή σε βασικό θέμα. Δεν έχει σημασία τι γινόταν τα μεσάνυχτα. Βλέπουμε ένα παραμύθι. Σημαντική είναι η διαδρομή και το επιμύθιο, όχι το ρεαλιστικό ή το τί ακριβώς εννοούσε ο σκηνοθέτης. Δεν αλλάζει κάτι αν δεχτούμε ότι όλα συνέβησαν στη φαντασία του Gil. Υπάρχουν ενδείξεις για το αντίθετο, αλλά δεν είναι σαφές. Όχι από αμέλεια ή αδυναμία του Woody Allen, αλλά επειδή δεν έχει σημασία, δεν επιμένει καθόλου να ξεκαθαρίσει ή να περιπλέξει τα πράγματα. Αντίθετα, παρουσιάζει με τον απλούστερο δυνατό τρόπο το μόνο σημαντικό, ότι ο Gil ταξίδευσε στη δεκαετία του 1920.

Το έντονα παραμυθικό στοιχείο φουντώνει στο τέλος, τη μέση και την αρχή της ιστορίας. H ιστορία αρχίζει αφού πρώτα γνωρίσουμε τον Gil και κάποιους ακόμα χαρακτήρες. Στο τέλος, βλέπουμε τα αλλεπάλληλα ταξίδια στο παρελθόν, με αποκορύφωμα την εξαφάνιση του «κακού» ντετέκτιβ. Στη μέση, ο Gil ανακαλύπτει ένα βιβλίο της Adriane, όπου ομολογεί τον έρωτα της για εκείνον. Και στην αρχή, φυσικά εμφανίζεται το παλιό αυτοκίνητο. Επίσης, παραμυθικό στοιχείο είναι ότι η γκρινιάρα  και σχεδόν γρουσούζα Inez δεν μπορεί να ακολουθήσει τον Gil στη μαγεία. Όχι μεταφυσικά, αιτία είναι η έλλειψη υπομονής κι η γκρίνια, αλλά όπως και να ‘χει δεν ακολουθεί. Πολύ σημαντικό παραμυθικό στοιχείο είναι και ότι, μόλις ο Gil έφυγε από το σπίτι της Gertrude Stein (1920) για να γυρίσει στο ξενοδοχείο του (2011), ο κόσμος γύρω του άλλαξε. Και δεν μπορούσε να ξαναβρει το σπίτι που βρισκόταν, παρά μόνο βρήκε στη θέση του ένα μαγαζί – πλυντήριο! Σίγουρα δεν πρόκειται για τυχαία επιλογή. Μια οικιακή συσκευή που παραπέμπει στη ρουτίνα, την πεζότητα της καθημερινότητας. Κι όμως, εκεί πρώτα βρισκόταν ένα σπίτι που φιλοξενούσε διανοούμενους! Σχόλιο για το σύγχρονο πολιτισμό που αντί για πνεύμα παράγει πλυντήρια; Σχολιάζεται πάντως ο κόσμος που αλλάζει δίχως να θυμάται πώς έφτασε ως εδώ, χωρίς να κρατάει την ουσία του παρελθόντος, παρά μόνο  αναφέρεται επιδεικτικά και αυτάρεσκα σε αυτό. Τώρα γκρινιάζω κι εγώ για το παρόν!

Πανόρμου. Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011. Πρωί. Άλλη μια μέρα γενικής απεργίας των Μ.Μ.Μ. Φαινομενικά το ξεκίνημα μιας συνηθισμένης μέρας για το κέντρο της Αθήνας, με τα αυτοκίνητα να στοιβάζονται στους στενούς και αποπνικτικούς δρόμους και παράδρομους. Σήμερα όμως υπάρχει και μια “extra” πινελιά: τα ήδη λιλιπούτεια πεζοδρόμια φιλοξενούν, ως άξιοι χώροι στάθμευσης, εκτός από τα συνήθη μηχανάκια και αυτοκίνητα, σωρούς σκουπιδιών. Οι κάδοι σχεδόν μουγκρίζουν από την ασφυξία ενώ αναδίδουν την χαρακτηριστική ακαταμάχητη μυρωδιά…

Άθελά μου αρχίζω να σιγοτραγουδώ «Ντενεκεδούπολη, ντενεκεδούπολη είσαι ωραία τρανήήή…». Τι παλιμπαιδισμός είναι αυτός; Να πεις ότι με ενέπνευσε το ωραίο περιβάλλον να θυμηθώ τα νηπιακά μου χρόνια… Κι όμως το εν λόγω τοπίο θυμίζει εικαστική δημιουργία, ίσως μοντέρνας τέχνης, ναι, αλλά πάντως είναι artistique… Αυτή η πανδαισία χρωμάτων, το επιβλητικό μέγεθος του σωρού, η πρωτοτυπία και η μοναδικότητα του περιεχομένου…

Αυτό που δεν ταιριάζει εικαστικά με το δημιούργημα είναι η παρουσία ορισμένων ανθρώπων που περιεργάζονται την ύλη λες και ψάχνουν να βρουν κάποιον θησαυρό. Μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά και τις γάτες οι άνθρωποι αυτοί σκίζουν τις πλαστικές σακούλες, αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκουν.. άνθρακα! Ο κόσμος πλέον δεν πετά απερίσκεπτα τα αποφάγια του, απ’ ότι φαίνεται.

Καθώς κατεβαίνω προς την περιοχή του Κολωνακίου η γνώριμη πλέον σκουπιδομυρωδιά χάνεται για να δώσει την θέση της σε άρωμα …βανίλιας/κανέλλας/σανταλόξυλου, κλπ! Μην με γελάει η μύτη μου; Τι συνέβη; Μα φυσικά οι chic καφετέριες έχουν λάβει τα μέτρα τους και έχουν προσαρμοστεί σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε με το να επανδρωθούν με αρωματικά sticks…

Ζαλισμένη από την αλληλουχία βανίλιας-σκουπιδίλας-ινδικό μύρο περπατώ στην Σκουφά όπου παρατηρώ το εξής ενδιαφέρον φαινόμενο: οι κάδοι μπροστά από της φημισμένες boutiques δεν είναι-ως εκ θαύματος- παραγεμισμένοι… Απορημένη προχωρώ και λίγο μετά το μυστήριο λύνεται: μπροστά από κάποια λιγότερο «στυλάτα» μαγαζιά, όπως τσαγκαράδικα, έχουν εναποτεθεί-ποιος ξέρει από ποιόν-βουνά σκουπιδιών… Το μικρόβιο του νομικού με κατακλύζει διερωτώμενη τι είδους παράβαση στοιχειοθετείται εδώ… Φοβάμαι ότι ίσως υπάρχει νομικό κενό, καθώς ως γνωστόν η ζωή έχει μεγαλύτερη φαντασία από τον νομοθέτη.

Χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου-τι άλλο;-σωρούς από σκουπίδια να με περικυκλώνουν και εγώ να μην μπορώ να ξεφύγω. Η αλάνθαστη ερμηνεία του Ονειροκρίτη είναι ξεκάθαρη: «δεν είναι καλό σημάδι αν δείτε στο όνειρό σας σκουπίδια, είναι πιθανό να μπλέξετε σε κάποιο κοινωνικό σκάνδαλο ή σε σκοτεινές επιχειρήσεις». Αυτό μας έλειπε τώρα.

«Ντενεκεδένιος ήλιος και τσίγκινα βουνά/

λαμαρινένιες στέγες και χάλκινα στενάάά».

  1. Χρόνια τώρα θα έπρεπε να το προφυλάσσαμε καλύτερα. Είσαι δεξιός όταν μιλάς για τους βανδαλισμούς, για τους τραμπουκισμούς. Είσαι αριστερός όταν μιλάς για την ανάγκη διατήρησής του ως προπύργιο κοινωνικών αγώνων και συμβόλου ελευθερίας.
  2. Όταν μιλάς για όλα τι είσαι; Ενοχλητικός; Ή μήπως απολίτικος;
  3. Δε θέλω να μου το καταργήσει κανείς, ούτε η Άννα, ούτε οι παρατάξεις, ούτε οι «Μεσολογγίτες». Είναι ο χώρος όπου δικαιούμαι να πω ό, τι θέλω χωρίς φόβο. Να κάνω ό, τι θέλω, να βρίσκομαι εκεί ό, τι ώρα θέλω.
  4. Κάποιοι λένε ότι και η κατάληψη είναι άρση του ασύλου, γιατί, δίκαιη- ξεδίκαιη στερεί από κάποιους το δικαίωμα να μπουν στα αμφιθέατρα. Άραγε, η πρώτη και κύρια λειτουργία των σχολών είναι η ακαδημαϊκή ή η πολιτική;
  5. Δεν αισθάνομαι πάντα ασφαλής στο άσυλό μου. Ενός παιδιού του χτύπησαν το μάτι σε ένα πάρτυ. Εάν όμως η αστυνομία έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει όποτε χρειάζεται, μήπως αρχίσει να επεμβαίνει και όποτε γουστάρει αυτή;
  6. Το άσυλο δεν θα πρέπει να προασπίζει μόνο την ελευθερία των ριζοσπαστικών απόψεων και των αγωνιστών φοιτητών, αλλά και αυτή των πιο συντηρητικών. Η  φράση «δε θέλω τους μετανάστες στη σχολή μου» , η φράση «θέλω να κάνω μάθημα», ακόμα και το «συμφωνώ λιγάκι με το νόμο Διαμαντοπούλου» πρέπει να μπορούν να λέγονται θαρρετά.
  7. Κάποιοι λένε ότι μόνο στη χώρα μας τίθεται θέμα ασύλου. Ναι! Και μόνο στη χώρα μας τίθενται και κάποια άλλα θέματα. Καλά κάνει και τίθεται. Ιστορία είναι αυτή. Πρέπει να θυμώνουμε όταν απειλείται εκ των άνω και εκ των έσω.
  8. Ναι, είναι αλήθεια ότι πολλές καταστροφές είναι προβοκατόρικες. Κάποια όμως επεισόδια είναι πέρα για πέρα αληθινά. Και οι φοιτητές ξέρουν τι παίζει με το άσυλο και μιλούν για αυτό πολύ πιο λογικά, πιο σφαιρικά.
  9. Μεταξύ μας, η λειτουργικότητα του ασύλου ανάγεται πλέον σε καθαρά συμβολικό επίπεδο. Μπορείς, άλλωστε, να λες τη γνώμη σου ελεύθερα παντού, στην πλατεία, στο δρόμο, στο internet. Κάποιοι, όμως,  νομίζουν ότι ο εν λόγω θεσμός είναι εδώ για να καλύπτει ανομίες. Για αυτούς δεν ξέρουμε να διαμαρτυρηθούμε, τους προσπερνάμε με το γνωστό «έλα μωρέ».
  10. Κανένας φοιτητής δε θα αφήσει να μπει η αστυνομία αδίκως στη σχολή, αυτό έχει αποδειχθεί στην πράξη. Ο νόμος δε θα μας φοβίσει, γιατί απλά δε θα επιτρέψουμε να εφαρμοστούν όσα μας υποτιμούν, όσα μας αδικούν και μας τρομοκρατούν. Ο νόμος, όμως, είναι μια καλή ευκαιρία να αναλάβουμε τις ευθύνες μας για το θεσμό του πανεπιστημίου εν ονόματι του οποίου το κλείνουμε. Όταν κλείνεις τη σχολή σου, πρέπει να είσαι βέβαιος πως κι εσύ τα έχεις κάνει όλα σωστά.
  11.  Είσαι βέβαιος;

«Παρακαλείστε να φυλάτε τα προσωπικά σας αντικείμενα». Αγγλιστί: «Please mind your personal belongings». Με το άκουσμα της ρομποτικής προειδοποίησης από τα ηχεία του τραίνου η πενηντάχρονη παχουλή κυρία που στέκεται όρθια απέναντί μου ανασκουμπώνεται και κρύβει την τσάντα της μέσα στη ζακέτα. Πιστεύει πως μια κάμερα υπάρχει μέσα στο βαγόνι και καταγράφει τις επισφαλείς κινήσεις των επιβατών. Ο κίνδυνος είναι κινούμενος και βρίσκεται παντού.

Οι άλλοι, εμείς- άγνωστοι μεταξύ μας- κοιτάμε απαθείς τους αδέξιους σπασμούς των άκρων της γυναίκας που δηλώνουν μια απελπισμένη προσπάθεια να προφυλαχθεί. Καγχάζουμε από μέσα μας για το παράξενο θέαμα, αλλά ταυτόχρονα θυμόμαστε πως κάπως έτσι αντιδράσαμε και εμείς ένα μήνα πριν καλοκαιριάτικα, σαν πρωτακούσαμε την ηχογραφημένη φωνή της γυναίκας που κάνει τις ανακοινώσεις στον ηλεκτρικό.

Αγριέψανε τα πράγματα σκέφτομαι πριν αποβιβαστώ. Κατευθύνομαι στη σχολή με τα ακουστικά στα αυτιά. Όχι για μάθημα (που τέτοια προνόμια στις μέρες μας!). Χτύπησε και στο δικό μας κτήριο της σχολής το περιοδικό φαινόμενο της Κατάληψης και καλούμαι να σήμερα πάλι, μια βδομάδα έπειτα να ξανααγωνιστώ. Κατά κάποιο παράξενο τρόπο αισθάνομαι ένα καυτό ρεύμα αγανάκτησης να κυλάει μέσα μου για τα ‘’γεγονότα’’ αλλά δε θέλω να παλέψω στη δική τους αρένα με τα δικά τους όπλα. Συγγνώμη, δε θα πάρω!

Είμαι στην Πανεπιστημίου και προσπαθώ να διασχίσω τη Σίνα για να βρω τα παιδιά. Ναι προσπαθώ, επειδή εδώ και κάτι βδομάδες ο πλακόστρωτος πεζόδρομος που έσφυζε από πλανόδιες μουσικές και μαντατοφόρες τσιγγάνες έχει μετατραπεί σε ναρκοπέδιο. Κλείνω τη μύτη μου με τη μπλούζα γιατί η μυρωδιά αμμωνίας από τα ούρα με αηδιάζει. Σώματα ημιθανή κείτονται παντού, μέσα στους θάμνους, πάνω στα σκαλάκια της Ακαδημίας, στη μέση του δρόμου. Άνθρωποι- κάθε είδους ανθρωπότητας- λιώνουν με καφέ κεριά εκκλησίας στην ηρωίνη σε κουτάκια της coca cola και τρυπιούνται γυμνοί μπροστά στα μάτια του κόσμου. Όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια ώρα που, πρώτον, η ‘’καθαρή’’ Τοσίτσα ‘’πανηγυρίζει’’ με θεατρικά δρώμενα και, δεύτερον, κάποιοι στο κλασικό παλάτι της Ακαδημίας πληρώνονται για να φιλοσοφούν μεταξύ τους.

Αστικοί μύθοι κάνουν λόγο για καραβάνια περιθωριακών ανθρώπων που έφεραν ασφαλίτες για να αποδείξουν πως η Ιδέα του Ασύλου έχει πεθάνει, εν καιρώ πάντα κατάληψης. Ένας μου πλασάρει μαριχουάνα αλλά εγώ –δήθεν απορροφημένος από τη μουσική- τον αποφεύγω με ταχύ βηματισμό. Δέκα μέτρα μπροστά μου κάποιος άλλος κλέβει την τσάντα μιας νεαρής κοπέλας η οποία ουρλιάζει και αμέσως ένα τσούρμο δέκα άτυπων οργάνων της τάξης παίρνουν το νόμο στα χέρια τους και εκτονώνουν τη βιαιότητά τους στον εγκληματία. Σχεδόν μπροστά από τη Νομική.

Έχοντας σχεδόν απεγκλωβιστεί από τον ‘’ανοιχτό θάλαμο εξομοίωσης εφιαλτών με την πραγματικότητα’’ αυξάνω την ένταση της μουσικής. Πράσινο. Περνάω. Είναι η πρώτη φορά που μιλάω μετά από τόσην ώρα, για να τραγουδήσω, στο ρυθμό της Adele:

Should I give up,
Or should I just keep chasin’ pavements?
Even if it leads nowhere…

Είστε από αυτούς που αμφιβάλλουν για την αλήθεια της φράσης ‘σημασία έχει το ταξίδι και όχι ο προορισμός’;  Είστε από αυτούς που ο Καβάφης με την Ιθάκη δεν κατάφερε να πείσει;  Μήπως, τέλος, είστε από αυτούς που πιστεύουν πως η Αθήνα δεν κάνει ποδήλατο; Μία και μόνο συμμετοχή στο freeday θα σας πείσει για το αντίθετο! Το freeday  είναι μια τακτική ποδηλατοβόλτα με μαζική συμμετοχή και κόσμο από όλη την Αθήνα.

Πού και πότε; Κάθε Παρασκευή στις 21:30 μαζευόμαστε στην πλατεία Aσωμάτων δίπλα στον ηλεκτρικό του Θησείου. Τι κάνουμε; Μια διαφορετική κάθε φορά διαδρομή ο προορισμός της οποίας ανακοινώνεται την προηγούμενη μέρα. Στο αντίστοιχο group στο facebook. Το freeday κάνει πετάλι για περισσότερο από 3 χρόνια με αρχή το Μάιο του 2008. Από τότε η συρροή του κόσμου διαρκώς αυξάνεται όσο το ποδήλατο μπαίνει στη ζωή μας. Οι βόλτες του freeday δεν είναι σε καμία περίπτωση μια κλειστή διοργάνωση για έμπειρους ποδηλάτες. Αντίθετα, είναι μια ανοιχτή βόλτα για όλους σε χαλαρό, σχετικά, ρυθμό, όχι για τελείως νέους στο άθλημα, που δεν απαιτεί, όμως, κάποια ιδιαίτερα καλή φυσική κατάσταση. Η διαδρομή που επιλέγεται κάθε φορά  κυμαίνεται μεταξύ 40 και 60 χιλιομέτρων και διαρκεί 4 με 5 ώρες. Δεν είναι απαραίτητο να ακολουθήσετε μέχρι το τέλος. Ο καθένας μπορεί να εγκαταλείψει όποια στιγμή θέλει. Η βόλτα γίνεται με τη συνοδεία αστυνομικών που φροντίζουν για την ασφάλεια των ποδηλατών και εμποδίζουν τα οχήματα να παρεισφρήσουν. Πόσο χρήσιμοι μπορούν να γίνουν καμιά φορά αλήθεια! Για αυτό άλλωστε μεριμνούν και οι ίδιοι οι ποδηλάτες κλείνοντας ευγενικά τους κάθετους δρόμους από όπου περνούν μέχρι να περάσουν όλοι. Τρία ζήτω για τους τετράποδους φίλους που συνοδεύουν σχεδόν κάθε διαδρομή ακούραστα παρόλο που η σκυλίσια γλώσσα τους να κοντεύει να γίνει ένα με την άσφαλτο. Το freeday έχει αυτό που λέμε ‘ενέργεια’. Γνωστοί και άγνωστοι, που εύκολα γίνονται γνωστοί, ποδηλατούν μαζί, χωρίς αρχηγούς, μόνο με τον οδηγό μπροστά που χαράσσει τη διαδρομή. Αφού φτάσει η ομάδα στον εκάστοτε προορισμό και μετά από μια μισάωρη στάση επιστρέφει στο Θησείο. Να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για μία ακτιβιστική – περιβαλλοντική δράση ή κάτι παρόμοιο. Δε χρειάζεται δηλαδή να ψάξουμε για εκπεμπόμενα μηνύματα και τα συναφή. Είναι μια μεγάλη βόλτα!

Οι Αθηναίοι ποδηλάτες, βέβαια, δεν εκφράζονται μόνο μέσα από το freeday, αλλά παράλληλα, γίνονται μέσα στη βδομάδα και άλλες οργανωμένες βόλτες μικρότερης εμβέλειας όπως είναι οι ‘περιστεροπεταλιές’, το ‘critical mass’, η ‘Λούμπεν’ και άλλες. Λίγο τα άλματα στην τιμή της βενζίνης, λίγο η οικολογία έχουν βοηθήσει τα τελευταία χρόνια να γίνει το ποδήλατο μόδα. Και αν είναι, οπωσδήποτε διαφέρει από τις μόδες που αδιάφορα παρέρχονται, είναι η μόδα της κίνησης και της ζωντάνιας. Είναι η μόδα που θέλουμε να κρατήσουμε και να διευρύνουμε ώσπου να γίνει πραγματικότητα το σύνθημα ‘ποδήλατα παντού’. ‘Εγώ δεν είμαι μόδα, είμαι ρόδα που γυρίζει’.