«Midnight In Paris, κριτική και ανάλυση» από τον Θοδωρή Ηλιόπουλο

Posted: Οκτώβριος 24, 2011 in Movies

Δεν μ’ αρέσουν οι κριτικές κι οι αναλύσεις. Δεν μ’ αρέσουν, εκτός αν γίνονται δίχως τη φιλοδοξία να μιλήσουν εξ ονόματος των δημιουργών. Κανείς δεν ξέρει πώς σκέφτεται ο σκηνοθέτης, τι ήθελε να δείξει, τι ήθελε να πει ή να συμβολίσει. Αυτονόητο, που συχνά το ξεχνάμε. Ακολουθεί η προσωπική μου ματιά πάνω στην ταινία. Ακολουθεί μια κριτική και μια ανάλυση. Η ανάλυση αναφέρεται σε όσους έχουν δει την ταινία και ιδίως σε όσους άρεσε η ταινία. Ιδιαίτατα σε όσους θέλουν να ασχοληθούν λίγο παραπάνω με το τι είδαν! Δεν έχω ανακαλύψει την Αμερική, ευελπιστώ, τακτοποιώντας τις σκέψεις μου σε κείμενο, να σας βοηθήσω να τακτοποιήσετε τις δικές σας!

Κριτική

Μια από τις καλύτερες ταινίες του Woody Allen. Από τις καλύτερες σύγχρονες δουλειές του. Και από τις καλύτερες επιλογές για έξοδο! Κομεντί με παραμυθένια φύση, η οποία δεν υπάρχει σε άλλες δουλειές του Allen. Για πρώτη φορά, το χιούμορ του θυμίζει τις παλιές, καλές και πετυχημένες ταινίες. Δεν είναι αμιγώς κωμωδία, όπως θεωρήθηκε το «Ό, τι Κάτσει» ή το «Θα Συναντήσεις Έναν Ψηλό Μελαχρινό Άνδρα».  Ωστόσο, το χιούμορ και η σκηνοθεσία ως προς το κωμικό προσεγγίζουν το κλασικό γουντυαλλενικό πολύ περισσότερο από λίγο προηγούμενες δουλειές του. Το ίδιο κι οι διάλογοι κι οι χαρακτήρες. Όλα είναι φτιαγμένα με τον τρόπο που έφτιαχνε τις ταινίες του ο Woody Allen παλαιότερα! Ίσως επειδή είναι ένα θέμα που πάντα το είχε στο μυαλό του και θέλει να γυρίσει μια τέτοια ταινία από τη δεκαετία του ’70, με σκηνικό όμως τη Νέα Υόρκη και το Broadway. Τελικά, η ταινία έγινε το 2011, στο Παρίσι, αλλά δεν έχει χαθεί η σπιρτάδα που θα είχε η ταινία ενός τριανταπεντάρη! Δεν έχει να κάνει με επανάληψη. Κάθε σκηνοθέτης έχει το στυλ του, τα θέματά του, τους προβληματισμούς του. Απλώς ο Allen είναι πολύ πιο παραγωγικός και επανειλημμένα έχει πει ότι κάνει ταινίες για τον εαυτό του, ακριβώς επειδή δεν θεωρεί τον εαυτό του καλλιτέχνη.

 

Ανάλυση

Woody Allen. Ο νεοϋορκέζος σκηνοθέτης επιστρέφει στην Ευρώπη, για να συνεχίσει το χόμπυ του, το σινεμά! Αυτή τη φορά από το Παρίσι.

«Την καλύτερη πόλη του κόσμου», όπως ακούγεται στην αρχή της ταινίας, συνοδεία πλάνων που αποτυπώνουν την καθημερινότητα της πόλης. Ο W. Allen προσέλαβε την ατμόσφαιρα του Παρισίου, τη γοητεία του, τη φόρτιση που προξενεί στους επισκέπτες, την ιστορία του, τη συναισθηματική και συμβολική αξία του, την επιρροή που μπορεί να ασκήσει και τις εικόνες που μόνο στο άκουσμα του ονόματός του μπορούν να δημιουργηθούν και κατέληξε: «αυτή η πόλη είναι μαγική!». Και τη μαγεία αυτή την κάνει παραμύθι. Ένα παραμύθι για μεγάλους,, η φόρμα της «Σταχτοπούτας» με… ενήλικο περιεχόμενο, αφού δύσκολα κάποιο παιδί να γνωρίζει τους Scott και Zelda Fitzgerald, την Gertrude Stein, τον Pablo Picasso (λίγο πιο εύκολο αυτό!), τον Luis Buñuel , τον Man Ray, τον Salvador Dalí (κι αυτό ψιλοεύκολο είναι!). Γιατί αυτοί είναι το παραμύθι του W. Allen. Δεν έχει βασιλιάδες, μάγισσες, δράκους. Έχει τη δεκαετία του 1920, το Παρίσι του μεσοπολέμου.

Η ταινία ξεκινά με εικόνες από το Παρίσι. Όμορφες και ατμοσφαιρικές εικόνες, που εισάγουν το θεατή στον τόπο του μύθου, και δημιουργούν ένα αίσθημα ευχάριστο, δεκτικό της συνέχειας! Περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει στους χώρους που καρέ – καρέ παρουσιάζονται. Και τότε, ξεκινά η αφήγηση της ιστορίας. Βλέπουμε στη γέφυρα, πάνω από τη λίμνη ενός πάρκου, ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, τον Gil και την Inez, να μιλούν για την αγάπη τους. Πρόκειται για ιστορία αγάπης, λοιπόν; Σίγουρα πρόκειται για κλασικό γουντυαλλενικό στοιχείο! Όταν πιάνει να βρέχει, ο Gil θέλει να περπατήσει. Του αρέσει η βροχή και η παριζιάνικη ατμόσφαιρα. Θα ήθελε να μείνουν εκεί. Η Inez προτιμά την California και τον ήλιο. Επίσης, τυπικό στοιχείο στην πλοκή των έργων του Allen! Συχνά βλέπουμε ήρωες του να διαφωνούν σχετικά με τον αγαπημένο τους τόπο και το αγαπημένο τους κλίμα. Συχνά, μάλιστα, οι διαφωνίες είναι αγεφύρωτες. Από τη μια πλευρά είναι ο ήλιος κι η ζέστη της California, ενώ από την άλλη συνήθως είναι η συννεφιά της Νέας Υόρκης. Γρήγορα μαθαίνουμε ότι ο Gil είναι δυνάμει συγγραφέας: σεναριογράφος του Hollywood που θέλει να στραφεί στη λογοτεχνία. Δεν έχει όμως έμπνευση. Ο χαρακτήρας του είναι ο κλασικός χαρακτήρας των περισσότερων πρωταγωνιστικών ηρώων του W. Allen. Νευρικός, κυνικός, έξυπνος, με χιούμορ, αναποφάσιστος και τραυλίζει καθώς μιλά. Ωστόσο, ο Gil είναι από τους πιο πετυχημένα σχεδιασμένους τέτοιους χαρακτήρες. Και δεν πρόκειται για προσωπογραφία του Woody Allen. Παρ’ ότι έχει δημιουργήσει δεκάδες τέτοιους ήρωες, δεν φτιάχνει τον εαυτό του. Ο Allen μιλάει σιγά και αργά, δεν τραυλίζει (!), είναι ήρεμος. Ο λόγος που επικεντρώνει σε νευρικούς χαρακτήρες είναι ότι αυτούς έχει αποκωδικοποιήσει και αυτούς μπορούσε και να υποδυθεί! Και, κυρίως, έτσι αντιλαμβάνεται τη μεσαία τάξη (στην ψυχολογία, αν όχι και στο χρήμα) της Νέας Υόρκης, η οποία σκιαγραφείται μέσα από το συνολικό έργο του.

Προχωράμε! Η Inez έχει γούστα αντίθετα με εκείνα του Gil, πράγμα που θα επιφέρει προβλήματα στη σχέση τους. Λίγο αργότερα, γνωρίζουμε τους γονείς της Inez. Κλασικοί συντηρητικοί Αμερικάνοι, δεν πολυγουστάρουν τον Gil, με τον οποίο έχουν πολιτικές διαφωνίες, αφού αποκαλεί τους Ρεπουμπλικάνους «άμυαλα ζόμπυ»! Δε λείπει το πολιτικό σχόλιο! Εκείνη την ώρα μπαίνουν στη σκηνή, οι Paul και Carol, δυο φίλοι της Inez, που επίσης κάνουν διακοπές στο Παρίσι. Ο Paul, παλιός έρωτας της Inez, είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αποτελεί την αφορμή να απομακρυνθούν ψυχή τε και σώματι οι Gil και Inez. Η Inez τον θαυμάζει και περνάει καλά μαζί του, ενώ ο Gil τον θεωρεί γελοίο και προτιμά να φεύγει από την παρέα και να περπατάει μόνος με τις ώρες στην πόλη.

Ένα βράδυ, ημι – μεθυσμένος, χάνεται στα σοκάκια. Κι όταν σημάνει η δωδέκατη μετά μεσημβρίας, ένα αμάξι, μοντέλο των αρχών του 20ου αιώνα, σταματάει μπροστά του. Η παρέα που είναι μέσα στο αμάξι τον προσκαλεί να την ακολουθήσει. Ο Gil μπαίνει στο αυτοκίνητο και εκεί αρχίζει το παραμύθι. Ο Gil μεταφέρεται στη δεκαετία του ’20!

Αυτό είναι το φόντο, στο οποίο θα ξετυλιχθεί η κλωστή του παραμυθιού. Πρόκειται, όμως, για το μόνο κατάλληλο φόντο. Ο W. Allen δεν επέλεξε στην τύχη κομμάτια, ικανά να συμπληρώσουν το παζλ. Ο πρόλογος αυτός είναι ουσιαστικά η προϋπόθεση, ώστε να συμβούν τα επόμενα γεγονότα. Δε γίνεται να αφαιρέσεις κάτι από όσα είδαμε χωρίς να κατεδαφιστεί το οικοδόμημα της ταινίας. Αν ο Gil κι η Inez, για παράδειγμα, δε συναντούσαν τον Paul, αν δε βαριόταν η Inez το περπάτημα, αν ο Gil δεν ήταν ονειροπόλος, δε θα υπήρχε λόγος να χωρίζουν τα βράδια, δε θα μπορούσε ο Gil να περπατάει με τις ώρες και να γνωρίσει την… μαγεία του Παρισιού. Όσα παρακολουθούμε στην εισαγωγή, δεν υπηρετούν μόνο την πλοκή, αλλά και την ατμόσφαιρα (αν δε βλέπαμε στην αρχή της ταινίας τους Gil και Inez να μιλούν για την αγάπη και το γάμο τους, δε θα είχε τόσο ενδιαφέρον η απόληξη των νυχτοπερπατημάτων του Gil, ούτε και η τελική του απόφαση), και, φυσικά, το κωμικό στοιχείο (εάν δεν υπήρχε ο υπερφίαλος Paul, δε θα είχε μεγάλη αξία  η ανάλυση που κάνει ο Gil στο Λούβρο). Ένα ακόμη γουντυαλλενικό στοιχείο, λοιπόν, το δεμένο και απέριττο σενάριο! Υπάρχει, όμως, και κάτι πιο πρωτότυπο, τουλάχιστον σε σχέση με τις πρόσφατες ταινίες του. Η ερωτική ιστορία δεν είναι το κεντρικό σημείο, δεν είναι το σημαντικότερο στοιχείο της ταινίας.

Κεντρικό άξονα στη θεματική της ταινίας, στον προβληματισμό, για όποιον προτιμά, έχει το παρόν και το παρελθόν. Δεν μιλάμε, όμως, για το συγκεκριμένο παρόν, για το σύγχρονο κόσμο που ζούμε, και, συνεπώς, δε μιλάμε ούτε για συγκεκριμένο παρελθόν! Ο Allen τα χρησιμοποιεί ως έννοιες, προβληματίζεται για το παρόν κάθε εποχής. Μεταφέρεται, δηλαδή, σε κάθε εποχή, τη βιώνει ως παρόν, και αναζητά μέσω των ηρώων του τα στοιχεία κάθε παρόντος, τα χαρακτηριστικά της έννοιας του παρόντος, την ειδοποιό διαφορά του από το παρελθόν. Η αναζήτηση, όμως, είναι επικεντρωμένη, όχι στην έννοια των χρονικών διαστάσεων, αλλά στον υποκειμενικό τρόπο αντίληψής των. Δηλαδή, στον άνθρωπο, στην ψυχολογία  εκείνων που ζουν με την πεποίθηση ότι οι παρελθόντες καιροί είναι καλύτεροι από τους σύγχρονους, που λατρεύουν το παρελθόν. Νοσταλγοί, ονειροπόλοι ή ρομαντικοί, σ’ αυτούς ανήκει και ο Gil. Κι όταν συνειδητοποιεί ότι μεταφέρθηκε στο παρελθόν, στη δεκαετία του 1920, νιώθει έκπληξη, αμηχανία και δέος. Δεν μπορεί να πιστέψει ότι μιλά με τον Scott Fitzgerald, ότι πίνει με τον Ernest Hemingway, ότι επισκέπτεται το σπίτι του Picasso, ότι κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τους Luis Buñuel , Man Ray, και Salvador Dalí. Και όταν φεύγει και επιστρέφει στο παρόν, νιώθει κατενθουσιασμένος με την εμπειρία του. Μετά, όμως, από μια – δυο επισκέψεις, στη δεκαετία του ’20, αρχίζει να εγκλιματίζεται: δεν είναι μόνο κωμικό ότι δεν αντιμετωπίζει πια με δέος, αλλά ως  ίσους τους μεγαλοφυείς ανθρώπους που θαυμάζει. Είναι και σημάδι ότι έχει αρχίσει να συνηθίζει τη δεκαετία του ‘ 20, να τη νιώθει πιο δική του, να τη βιώνει σα να είναι παρόν του. Και, σιγά – σιγά, αρχίζουν κι οι δυσκολίες. Ερωτεύεται την ερωμένη του Picasso, την Adriane,  την οποία διεκδικεί κι ο Hemingway. Τη σκέφτεται και στη διάρκεια της ημέρας στο Παρίσι του 21ου αιώνα, κι αρχίζει να αγχώνεται για το πώς θα την κερδίσει, και πώς θα καλύψει την παράνομη σχέση του από την Inez. Αρχίζει να υποψιάζεται ότι το παρελθόν δεν είναι ρόδινο; Μάλλον όχι ακόμα. Το καταλαβαίνει, όμως, όταν ταξιδεύει μαζί με την Adriane στο Παρίσι του 1890. Η Adriane κατενθουσιάζεται όταν βλέπει ζωντανή μπροστά της την Belle Époque και συνομιλεί με τον Gaugin, Lautrec κ.ά. Προτείνει στον Gil να μείνουν εκεί για πάντα, και να αφήσουν το πεζό και ανιαρό παρόν του 1920! Παράλληλα, οι Gaugin και Lautrec συμφωνούν ότι η εποχή τους είναι πολύ κατώτερη του παρελθόντος! Αυτό που έχει, σημασία, λοιπόν, είναι το παρόν, η ζωή που βιώνουμε. Κι ας έχει τα χίλια μειονεκτήματα. Επειδή εκεί μόνο μπορούν να φιλοξενηθούν τα όνειρα των ανθρώπων.

Κι η περιπέτεια του Gil; Είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Είναι εντυπωσιακό ότι η ταινία είναι φτιαγμένη με τέτοιον τρόπο, που δεν ανάγει την ερώτηση αυτή σε βασικό θέμα. Δεν έχει σημασία τι γινόταν τα μεσάνυχτα. Βλέπουμε ένα παραμύθι. Σημαντική είναι η διαδρομή και το επιμύθιο, όχι το ρεαλιστικό ή το τί ακριβώς εννοούσε ο σκηνοθέτης. Δεν αλλάζει κάτι αν δεχτούμε ότι όλα συνέβησαν στη φαντασία του Gil. Υπάρχουν ενδείξεις για το αντίθετο, αλλά δεν είναι σαφές. Όχι από αμέλεια ή αδυναμία του Woody Allen, αλλά επειδή δεν έχει σημασία, δεν επιμένει καθόλου να ξεκαθαρίσει ή να περιπλέξει τα πράγματα. Αντίθετα, παρουσιάζει με τον απλούστερο δυνατό τρόπο το μόνο σημαντικό, ότι ο Gil ταξίδευσε στη δεκαετία του 1920.

Το έντονα παραμυθικό στοιχείο φουντώνει στο τέλος, τη μέση και την αρχή της ιστορίας. H ιστορία αρχίζει αφού πρώτα γνωρίσουμε τον Gil και κάποιους ακόμα χαρακτήρες. Στο τέλος, βλέπουμε τα αλλεπάλληλα ταξίδια στο παρελθόν, με αποκορύφωμα την εξαφάνιση του «κακού» ντετέκτιβ. Στη μέση, ο Gil ανακαλύπτει ένα βιβλίο της Adriane, όπου ομολογεί τον έρωτα της για εκείνον. Και στην αρχή, φυσικά εμφανίζεται το παλιό αυτοκίνητο. Επίσης, παραμυθικό στοιχείο είναι ότι η γκρινιάρα  και σχεδόν γρουσούζα Inez δεν μπορεί να ακολουθήσει τον Gil στη μαγεία. Όχι μεταφυσικά, αιτία είναι η έλλειψη υπομονής κι η γκρίνια, αλλά όπως και να ‘χει δεν ακολουθεί. Πολύ σημαντικό παραμυθικό στοιχείο είναι και ότι, μόλις ο Gil έφυγε από το σπίτι της Gertrude Stein (1920) για να γυρίσει στο ξενοδοχείο του (2011), ο κόσμος γύρω του άλλαξε. Και δεν μπορούσε να ξαναβρει το σπίτι που βρισκόταν, παρά μόνο βρήκε στη θέση του ένα μαγαζί – πλυντήριο! Σίγουρα δεν πρόκειται για τυχαία επιλογή. Μια οικιακή συσκευή που παραπέμπει στη ρουτίνα, την πεζότητα της καθημερινότητας. Κι όμως, εκεί πρώτα βρισκόταν ένα σπίτι που φιλοξενούσε διανοούμενους! Σχόλιο για το σύγχρονο πολιτισμό που αντί για πνεύμα παράγει πλυντήρια; Σχολιάζεται πάντως ο κόσμος που αλλάζει δίχως να θυμάται πώς έφτασε ως εδώ, χωρίς να κρατάει την ουσία του παρελθόντος, παρά μόνο  αναφέρεται επιδεικτικά και αυτάρεσκα σε αυτό. Τώρα γκρινιάζω κι εγώ για το παρόν!

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Π.Μ λέει:

    Καλά,εντάξει!Χαίρομαι που διάβασα βραδιάτικα κάτι τόσο όμορφο!Ενθουσιάστηκα!Αν ήθελα να δω την ταινία μιά,τώρα θέλω να τη δω χίλιες!<3<3 Πανέμορφο άρθρο!

  2. Ο/Η Θάνος λέει:

    Πραγματικά πολύ καλή ανάλυση! Έθιξες όλες τις πλευρές του έργου με επιστημονική »ακρίβεια». Προσωπικά δε θεωρώ πως είδα πολλά στοιχεία του Γούντι από άποψη υπόθεσης, στη σκηνοθεσία όμως σίγουρα. Γενικά είναι μια πολύ γλυκιά ταινία σαν πραμύθι…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s