Αρχείο για Νοέμβριος, 2011

Εργαζόμενοι σε τέλμα, φοιτητές σε εφεδρεία. Ή μήπως το αντίθετο; Σε μια εποχή που όλα τρέχουν τόσο γρήγορα ώστε υπάρχει πιθανότητα να εκτροχιαστούν από την κανονικότητα, οι λέξεις δεν πειράζει να μπερδευτούν. Και οι δυο κατηγορίες παλεύουν (OMG πολύ μαρξιστικό ακούστηκε αυτό), και οι δύο πληρώνουν τα σπασμένα αλλά αποτελούν δύο κόσμους ασύμπτωτους κατά τη γνώμη μου.

Λόγω ταυτότητας θα κληθώ να μιλήσω για τον δικό μου κόσμο, του πανεπιστημίου. Τα τέκνα του ετερόκλητα μεταξύ τους αλλά ταυτίζονται στο γεγονός πως έχουν την όρεξη (όχι απαραίτητα την τεχνογνωσία) να τα αλλάξουν όλα. Στις φλέβες τους κυλάει αναβράζον οξυγόνο και γύρη και έχοντας εισέλθει στον ακαδημαϊκό χώρο από την πρώτη στιγμή ξεχύνεται η θέληση τους για μεταρρύθμιση. Αυτή είναι και η βάση του διαχωρισμού ενός απλού κοινωνού ανθρώπου μ’ ένα φοιτητή. Ο φοιτητής αγωνίζεται γιατί αισθάνεται ανάγκη και οφείλει χρέος στον εαυτό του, εκ των προτέρων, ενώ ο πολίτης έχοντας ήδη θεαθεί την καταστροφή κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να σώσει το τομάρι του πρώτα. Η συλλογικότητα εκλείπει μετά τα τριάντα σα να είναι κάποια ορμόνη που αποδιώχνεται μόνη της από το σώμα μας.

Θα αποκαλούσα το πανεπιστήμιο ‘’κράτος εν κράτει’’. Και όχι, κάνετε λάθος αν σκέπτεστε πως το άμοιρο άσυλο είναι εκείνο που του δίνει μια γοητεία. (Εξάλλου μόνο το να απλώνεις το τραπεζάκι σου στο προαύλιο χρησιμεύει πλέον.) Είναι η αστέρευτη ενεργητικότητα της που αν τη μαζέψεις σε μια παλάμη μοιάζει με ολάνοιχτο χρυσάνθεμο. Επιμονή για διάλογο (οι αψιμαχίες είναι μες στο πρόγραμμα), επιθυμία με συμμετοχή στα δρώμενα και πείσμα. Οι φοιτητές είναι παιδιά της πόλης και τους αρέσει. Έχουν όραμα το οποίο δεν είναι αναγκαία πολιτικό. Θα τους παραλλήλιζα με τους ‘’σιδώνιους νέους του Καβάφη’’ αφαιρώντας κάθε ψήγμα ειρωνείας.

Τι να κάνεις όμως που για να αναμορφωθείς πρέπει να εγκλειστείς σα ποντίκι σε μια αίθουσα του ΄70 που μυρίζει σαπίλα και υγρασία; Που οι καθηγητές δεν μπορούν να έρθουν για διάλεξη γιατί έχουν να κάνουν 2-3 άλλες δουλίτσες ολίγον παράνομες. Τα όπλα ελάχιστα και το όνειρο μένει όνειρο αν δεν μπλεχτείς κάπου. Κατάληψη και πορεία: αναχρονιστικά μέσα και σύγχρονη πραγματικότητα. Δεν τα καταδικάζω, και εγώ τα υποστηρίζω περιστασιακά.

Κανείς, εντούτοις, δεν έχει άδικο αλλά και κανένας δεν έχει απόλυτο δίκιο. Προχτές ξαναβγήκε η λίστα με τα 200 καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου ∙ κανένα ελληνικό. Ο Εύδοξος (το διαδικτυακό σύστημα δήλωσης συγγραμμάτων, ντε) παρακαλεί σχεδόν στα γόνατα τους φοιτητές να ανταλλάσουν βιβλία μεταξύ τους μετατρέποντας τις σχολές σε υπαίθριο παζάρι. Τα συνδικαλιστικά σωματεία καλούν τους φοιτητές στις πορείες τους χωρίς να έχουν αναρωτηθεί αν έχουν βοηθήσει στο ελάχιστο την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Δεν ξέρω τι να πιστέψω. Αλλά το χειρότερο είναι πως δεν ξέρω που να εντάξω τον εαυτό μου. Φοβάμαι… και μένω να αναλογίζομαι πως στο μόνο σημείο όπου τέμνονται οι ζοφερές ευθείες του πανεπιστημίου και της κοινωνίας είναι εκείνο της στασιμότητας.

                                                                                                                                                                                            Φωτό: Φυλακισμένο Πανεπιστήμιο, Κώστας Δημητρόπουλος, φοιτητής Νομικής

Advertisements

Η καλύτερη στιγμή της χιλιετίας έφτασε !

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Ως εκ τούτου ορίστε ένα λινκ με όλες τις πληροφορίες 😛

 

Ένα κείμενο για μια ταινία που έχουμε δει μαζί, καλειδοσκοπιακά! Επιστρατεύστε τη μνήμη σας! Ακολουθεί κριτική (σύνοψη), κυρίως για όποιον δεν την έχει δει ή ενδιαφέρεται για συντομότερο σχόλιο, και ανάλυση, με σκοπό να συγκεντρώσω τις κύριες ιδέες, τους κύριους προβληματισμούς που θίγονται στην ταινία. Δεν θα δείτε να γράφεται το απόλυτο, το «αντικειμενικά αληθές», θα δείτε να διατυπώνονται οι σκέψεις που γέννησε η ταινία στο μυαλό το δικό μου και πιθανώς και άλλων. Δε θα δείτε κείμενο που να διατρέχει κάθε στιγμή της ταινίας, θα επικεντρωθώ σε τρία – τέσσερα σημεία, τα κατ’ εμέ κυριώτερα, τα κατ’ εμέ αναγκαία για να ξετυλιχθεί το κουβάρι των ιδεών του σκηνοθέτη. Ελπίζω να βοηθήσω να δημιουργηθεί μια πιο καθαρή εικόνα στο μυαλό σας για την ταινία, και πιθανώς να αλλάξει ο τρόπος που την έχετε ερμηνεύσει, κατανοήσει, αξιολογήσει.

Κριτική

Μια περίεργη ταινία. Πρωτότυπη σίγουρα, δεν μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα σε κάποιο συρταράκι. Δεν ανήκει σε κάποιο είδος κινηματογράφο συγκεκριμένο, αλλά έχει στοιχεία ποικίλων κατηγοριών. Βασίζεται σε ντοκιμανέρ, δεν λείπουν, όμως στοιχεία μυθοπλασίας. Δεν υπάρχει ιστορία, γίνεται όμως αφήγηση αρκετών ιστοριών. Είναι δύσκολη η ταινία να την παρακολουθήσει κάποιος που περιμένει να δει μία κλασική φόρμα. Είναι γοητευτικό όμως για όποιον κατορθώσει να διεισδύσει στη λογική της. Διότι κατανοούμε τις δυνατότητες του σινεμά. Δε συμβαίνει κάτι, το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στα ερωτήματα που θέτει ο σκηνοθέτης. Η βάση της ταινίας, το ντοκιμαντέρ για έναν πλαστογράφο, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ο προβληματισμός πίσω από αυτό. Μια ταινία – απάτη, με θέμα την απάτη. Για τους φίλους της τέχνης του Orson Welles, τους φίλους του μη επιδεικτικού τρόπου πειραματισμού στο σινεμά, και για όσους μπορέσουν να μπουν στη λογική της!

Ανάλυση

Όταν ξεκινά η ταινία βλέπουμε τον Orson Welles, με γένια, ντυμένο στα μαύρα και με μπέρτα, να κάνει ταχυδακτυλουργικά κόλπα, μπροστά στα μάτια ενός πιτσιρικά που συμμετέχει μεν, με αμηχανία δε. Ίσως σχετίζεται το πιτσιρίκι με το θεατή, που θα παρακολουθήσει μια ταινία – τρικ, ένα κόλπο του Orson Welles, ένα έργο ασύνηθες. Μια φάρσα! Μια φάρσα με στόχο να θέσει ερωτήματα γύρω από την ίδια τη φύση της φάρσας: υπάρχει απάτη και πλαστό; Τί σημαίνουν; Ποιες είναι οι ειδοποιοί διαφορές τους; Ποιος διαχωρίζει το γνήσιο και το αυθεντικό; Ποια είναι η σχέση της αγοράς και του εμπορίου με όλα αυτά; Τί σημασία έχουν όλα αυτά; Και, τί είναι τέχνη; Πρόκειται για σπουδαία ερωτήματα που ανακύπτουν ποικιλοτρόπως και πολλάκις διαρκούσης της ταινίας.

Πέφτουν οι τίτλοι αρχής. Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας. Η Oja Kodar, εντυπωσιακή και με… ενδιαφέρουσα αμφίεση περπατά στο δρόμο. Προφανώς μια τέτοια γυναίκα δεν περνά απαρατήρητη. Όσοι βρίσκονται στο δρόμο την κοιτάζουν. Με θαυμασμό, περιέργεια, λαγνεία, απόλαυση, ζήλεια. Φευγαλέες ματιές, βλέμματα με ένταση, αδιάφορες ή ενστικτώδεις στροφές του βλέμματος. Άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας, όλοι κοιτούν την Oja.  Η σκηνή αποδίδεται με ιδιαίτερα γρήγορο μοντάζ, επιλογή που χαρακτηρίζει ολόκληρη σχεδόν την ταινία. Εντός μικρού χρονικού διαστήματος περνούν από την οθόνη δεκάδες πρόσωπα. Και μεταξύ αυτών, η Oja! Πρόσωπα, μάλιστα, ανόμοια, κάτι που προσδίδει κωμικότητα, αφού, εκτός από το γρήγορο ρυθμό, έχουμε και τις αντιθετικές εικόνες. Με τον τρόπο αυτό, γίνεται σαφές και το πλήθος, η μαζικότητα των βλεμμάτων που πέφτουν στην Oja. Ότι όλοι της ρίχνουν μια ματιά ή την παρατηρούν. Και όταν τελειώνουν οι τίτλοι και η Oja χάνεται, εμφανίζεται ο Orson Welles. Και μας πληροφορεί ότι τίποτα από όσα είδαμε δεν ήταν σκηνοθετημένο! Τόσην ώρα θαυμάζαμε τη σκηνή για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων η δυσκολία του εγχειρήματος, η επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων – ηθοποιών – «ματάκηδων», κλπ. Τελικά, το μόνο αξιοθαύμαστο είναι η έμπνευση του Orson Welles να παρατηρεί με κρυφή κάμερα τις αντιδράσεις των περαστικών και, με το μοντάζ, να δημιουργήσει την παραπάνω σκηνή. Όπως αξιοθαύμαστη είναι και η ικανότητά του να μας εξαπατά. Οι τίτλοι αποτελούν την πρώτη φάρσα της ταινίας. Και την πρώτη ένδειξη για τη γοητεία της απάτης, ακόμα – εν προκειμένω, τουλάχιστον – και για τον εξαπατησθέντα, που εντυπωσιάζεται για τα παιχνίδια που σκαρφίζεται ο σκηνοθέτης.

Έπειτα, η ταινία ξεκινά. Με την αφορμή της ταινίας, το υπόβαθρο, το σκηνικό που ο Orson Welles χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει τις σκέψεις του: ένα ντοκιμαντέρ για τον Elmyr de Hory. Πριν να ξεκινήσει, όμως, το ντοκιμαντερίστικο σκέλος της ταινίας, ο Orson Welles δίνει μια υπόσχεση: σε ένα φιλμ με θέμα την απάτη και την εξαπάτηση, ο σκηνοθέτης δεσμεύεται να πει μόνο την αλήθεια! Και ξεκινά η ιστορία του Elmyr de Hory, του πλαστογράφου. Ο Elmyr, Ούγγρος μετανάστης στην Ισπανία, ξεκινά ως ζωγράφος. Η μη αναγνώριση, όμως, της αξίας της δικής του, της προσωπικής του τέχνης και το πάθος του να εξαπατά γενικώς, τον ωθούν στην πλαστογραφία! Modigliani, Picasso κά δημιουργούνται συνεχώς στο ατελιέ του Elmyr. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται στα μεγάλα μουσεία ως αυθεντικοί! Ο Elmyr παρίστανε τον αριστοκράτη, συλλέκτη έργων τέχνης. Στην πραγματικότητα ήταν ένα φτωχόπαιδο που έκανε λεφτά με την πλαστογραφία. Έκανε, μάλιστα, και λεφτά, δεχόμενος παραγγελίες να βρει σπουδαία έργα τέχνης, τα οποία και ζωγράφιζε ο ίδιος και τα πουλούσε ή νοίκιαζε μετά στα μουσεία! Σε αυτό το σημείο, η κριτική στους… κριτικούς είναι αδυσώπητη. Δεν υπάρχουν κριτικοί. Πρόκειται για μια απάτη. Άνθρωποι που παρουσιάζονται ως ειδικοί σε θέματα τέχνης, δεν είναι τίποτα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Πώς, άλλωστε, αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ότι ποτέ κανείς δεν αναγνώρισε πίνακα του Elmyr ως πλαστό; Γιατί ποτέ κανείς δεν αρνήθηκε να φιλοξενήσει στο μουσείο του πίνακα του Elmyr σαν αυθεντικό έργο άλλου; Ίσως, βέβαια, απλώς να αδιαφορούν για την πραγματική τους ταυτότητα των έργων τέχνης, αφού, άπαξ και παρουσιαστούν ως αυθεντικά, πλήθος θα συρρεύσει να τα θαυμάσει, αφήνοντας και τον οβολό του!

Τελικά, όμως, αξίζει να φιλοξενηθεί ένα τέτοιο έργο σε κάποιο μουσείο; Κι ας είναι πλαστό; Η αξία του έργου, μπορεί να πει κανείς, έγκειται και στην ενσωμάτωση της ιδέας, της έμπνευσης, της πνευματικής δραστηριότητας του δημιουργού. Ακόμα κι αν αποδεχτούμε, όμως, την παραπάνω πρόταση, δεν μιλάμε για το έργο τέχνης, αλλά για το δημιουργό. Ακόμα, δηλαδή, κι αν ο πλαστογράφος θεωρηθεί, κατά τα παραπάνω, απλώς αντιγραφέας του καλλιτέχνη – δημιουργού, τα δύο έργα μπορούν να αξιολογηθούν διαφορετικά; Όταν ούτε εμείς, ούτε οι ειδικοί κριτικοί, ούτε καν ο ίδιος ο δημιουργός δεν μπορεί να ξεχωρίσει το αυθεντικό έργο από το πλαστό, πώς δικαιούται κανείς να απαξιώσει το δευτερότοκο;

Έργα τέχνης, λοιπόν, που βλέπουμε, αναγνωρίζουμε και θαυμάζουμε, μπορεί να έχουν το δίδυμο… ξαδερφάκι τους. Ένα έργο που δεν έπλασε ο φερόμενος ως δημιουργός, αλλά κάποιος άλλος, είναι έργο τέχνης; Ήταν κάποτε και έπαυσε να είναι μόλις αποκαλύφθηκε η αλήθεια; Ή δεν ήταν ποτέ; Και, αν ήταν αυθεντικό, θα άξιζε επαίνους, ενώ τώρα όχι; Για πόσα και πόσα έργα δεν έχει λεχθεί ότι απολαμβάνουν δάφνες δόξας μόνο λόγω του κύρους του δημιουργού τους; Είναι, συνεπώς, ο δημιουργός στοιχείο της έννοιας του έργου τέχνης; Μάλλον ναι, σε ό, τι αφορά στις συνειδήσεις μας, σε ό, τι αφορά στην καθημερινή έννοια του «έργου τέχνης». Αν, όμως, η αξία του δημιουργού καθορίζει σε κάποιο βαθμό τη σημασία που θα προσδώσει τελικά το κοινό στο έργο τέχνης, τότε μπορεί η αξία που αποδίδεται στο έργο τέχνης να είναι και προϊόν της ικανότητας του δημιουργού να πείθει για το κύρος της προσωπικότητάς του, την ποιότητα του έργου του και τη διαύγεια της πνευματικής του δραστηριότητας. Προϊόν, δηλαδή, της ικανότητάς του να μας εξαπατά! Η τέχνη ως απάτη. Και η απάτη ως τέχνη. Ίσως η σπουδαιότερη τέχνη. Διότι κανένα έργο τέχνης δεν έχει αντικειμενική αξία, αλλά υποκειμενική, αφού έργο τέχνης είναι αυτό που κινητοποιεί τη σκέψη και την ψυχή. Η απάτη, λοιπόν, είναι τέχνη. Ίσως η σπουδαιότερη. Διότι γεννά την τέχνη! Κάποιος μας εξαπατά και μας παρουσιάζει κάτι τσαπατσούλικο και μη κοπιώδες ως μεγαλειώδες. Κάποιος εκμεταλλεύεται την ικανότητά του για δημιουργία για να ανελιχθεί. Δημιουργία, με την έννοια της πλαστής παρουσίασης του πραγματικού. Με την έννοια της τέχνης και της απάτης. Μάλιστα, ο Orson Welles αφηγείται ένα περιστατικό: όταν ήταν νεαρός και παρουσίαζε ραδιοφωνική εκπομπή, έκανε μια ραδιοφωνική φάρσα. Είπε ότι εξωγήινοι επιτίθενται στις ΗΠΑ. Ήταν αρκετά πειστικός, έτσι ώστε Αμερικάνοι να τρέξουν στα βουνά, εγκαταλείποντας τις πόλεις για να γλιτώσουν! Αργότερα, το ίδιο ακριβώς έκανε και ένας άλλος σε ραδιόφωνο της Λατινικής Αμερικής. Πήγε στη φυλακή. Ο Orson Welles πήγε στο Hollywood.

Έχουν, όμως, όλα αυτά σημασία; Σε μία μοναδική για την ταινία στιγμή, το μοντάζ γίνεται αργό, το ίδιο κι ο ρυθμός. Βλέπουμε τον Orson Welles ήρεμο, να μιλά και ένα γαλήνιο πλάνο, έναν καθεδρικό ναό, μεγαλειώδες έργο, να χάνεται καθώς πέφτει το σκοτάδι της νύχτας. Η τέχνη έχει σημασία όσο υπάρχουν άνθρωποι. Το μήνυμα έχει σημασία όσο υπάρχουν δέκτες. Όταν ο χρόνος περνά, οι άνθρωποι και τα έργα τους χάνονται, τότε αλλάζουν τα πάντα: η σημασία της τέχνης κι η φύση της, μέχρι να απαξιωθεί ή να χαθεί κι αυτή. Το μόνο που μένει αλώβητο είναι ο χρόνος που κυλά.

Βαδίζουμε προς το τέλος της ταινίας, κι ο Orson Welles έχει ακόμα μια ιστορία να αφηγηθεί. Ένα περιστατικό από τη ζωή του Picasso στην Ισπανία, όπου είχε εγκατασταθεί. Έτυχε να γειτονεύει τότε με την Oja Kodar, την όμορφη γυναίκα που είδαμε στην αρχή της ταινίας. Και όταν την είδε ο Picasso, την πρόσεξε για τα καλά. Την κρυφοκοίταζε κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το παράθυρό του. Ο σκηνοθέτης δείχνει την Oja να περπατά από το σημείο, στο οποίο βλέπει το παράθυρο του Picasso, ντυμένη με διάφορους τρόπους. Ο Picasso πάντα την κοίταζε. Όταν πήγαινε για καφέ, το πρωί, όταν πήγαινε για μπάνιο, όταν γυρνούσε από τη θάλασσα, όταν έβγαινε για περπάτημα, όταν έβγαινε για ποτό, όταν έβγαινε με τους φίλους της, όταν πήγαινε για ψώνια. Πάντα περνούσε μπροστά από το σπίτι του Picasso, και ο Picasso ήταν στο παράθυρό του για να την δει. Άνοιγε τις γρίλιες και παρατηρούσε. Τί βλέπουμε, εμείς, όμως; Την Oja να περπατά, σύμφωνα με την παραπάνω περιγραφή. Και μετά τον Picasso. Φωτογραφίες, δηλαδή, του Picasso, και μπροστά από αυτές, γρίλιες να ανοίγουν και να κλείνουν. Οι φωτογραφίες προσεχτικά επιλεγμένες, ώστε μία να κοιτάζουν δεξιά, την άλλη αριστερά, ανάλογα με το από πού έρχεται η Oja, με το αν πάει ή έρχεται! Oja – Picasso, η Oja να περπατά κι η φωτογραφία του Picasso να κοιτάζει. Και στο βάθος, η φωνή του Orson Welles  να αφηγείται. Ο νους του Picasso  όλοι και περισσότερο επικεντρωνόταν στην Oja. Την κοιτούσε πάντα, δεν μπορούσε να μην τη σκέφτεται, σε βαθμό που έχανε και την έμπνευσή του. Η ένταση με την οποία τη σκέφτεται και την κοιτά αυξάνεται. Και το μοντάζ γίνεται γρηγορότερο, οι εναλλαγές Picasso και Oja ταχύτερες. Και αν η Oja παραμένει η ίδια, ο σκηνοθέτης αλλάζει τη φωτογραφία του Picasso με πορτραίτα του. Πορτραίτα πιο αφηρημένα, που αντανακλούν την ψυχική ένταση του ζωγράφου. Αριστουργηματική σκηνή! Τελικά, ο Picasso της μίλησε, την έφερε στο σπίτι του και της πρότεινε να τη ζωγραφίσει γυμνή. Η Oja δέχτηκε, με τον όρο να της χαρίσει όσα έργα έφτιαχνε. Έφυγε με 20 περίπου πίνακες και πήγε στο Παρίσι. Σύντομα ο Picasso άκουσε ότι γίνεται μία έκθεση με νέα έργα του στο Παρίσι! Ο θυμός του είναι άνευ προηγουμένου, όπως και τα φαινόμενα κακοκαιρίας που πλήττουν το Παρίσι (και μας τα δείχνει ο Orson Welles, παρουσιάζοντας σκηνές από καταιγίδες, αέρηδες κλπ). Σύμπτωση; Κανείς δεν ξέρει! Πάντως ο Picasso πήγε στο Παρίσι και βρήκε την Oja  για να της ζητήσει τα ρέστα. Με έκπληξη, όμως, βλέπει ότι η έκθεση δεν έχει έργα του αυθεντικά, αλλά πλαστά! Στο σημείο αυτό μας παρουσιάζεται ο διάλογος περί παλστού και αυθεντικού – γνησίου που είχε ο Picasso  με την Oja, μία συνομιλία που συνοψίζει και ξεκαθαρίζει τα βασικά σημεία της ταινίας. Αφού ολοκληρωθεί κι ο διάλογος, εμφανίζεται ο Orson Welles.

 «Υποσχέθηκα να πω την αλήθεια για την επόμενη ώρα. Τήρησα την υπόσχεση μου. Τα τελευταία 17 λεπτά, όμως, λέω ότι βλακεία μου κατέβηκε στο κεφάλι!» Τίποτα από αυτά δεν έγινε! Το αποκορύφωμα της ταινίας είναι μία μεγαλειώδης απάτη, ένα μεγάλο και γοητευτικό ψέμα. Το «καλύτερο» ίσως σημείο της ταινίας είναι ψέμα! Και έγινε μόλις ο Welles το ομολόγησε. Αν δεν το έλεγε πολύ λίγοι θα καταλάβαιναν ή θα μάθαιναν ότι ο Picasso δεν ζωγράφισε ποτέ την Oja Kodar. Το ψέμα θα ήταν η αλήθεια των θεατών της ταινίας. Κι η αλήθεια, λοιπόν, είναι υποκειμενική.

Θοδωρής Ηλιόπουλος

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Περήφανα κούτελα, σκυμμένα κεφάλια, νευρικός βηματισμός και μελωδικά μουρμουρίσματα παντού. Το σκηνικό στη πλατεία είχε στηθεί από νωρίς και άνθρωποι πάσης ηλικίας σηκώθηκαν με τόλμη από το καναπέ τους και ήρθαν εδώ για να ενωθούν με τη φωνή του υπόλοιπου κόσμου και να φωνάξουν όλοι μαζί στα αυτιά των θυτών «Δεν πάει άλλο! Ώρα για αλλαγή».

«Ήρθε ο καιρός να ενωθούμε. Ήρθε ο καιρός να μας ακούσουν»

ΕΙΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΕΔΩ ?

Με κάτι τέτοιες λυρικές φανφάρες δεν ξεκινάνε όλα τα κείμενα που μεμψιμοιρούν την «κατάσταση» και τα διάφορα γεγονότα της Ελλάδας? Είχα λοιπόν και εγώ το χρέος να επιστρατεύσω δραματικό ύφος, ένα μωρό-τρομερό-επαναστάτη, κοινωνικά φορτισμένες λέξεις και κλισέ εκφράσεις για να τραβήξω τη προσοχή σας. Μιας και το πέτυχα και δεν έχετε προχωρήσει αλλού ας πούμε τώρα και την αλήθεια για την 15η Οκτώβρη που είναι ελαφρώς διαφορετική.

15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 

Βλέποντας στο διαδίκτυο τα αποτελέσματα του κινήματος σε μερικές από τις υπόλοιπες 900+ πόλεις κατέφτασα με φουσκωμένες προσδοκίες στη Πλατεία στις 20:10. Βαβούρα, φασαρία, κόσμος αρκετός εκ πρώτης όψεως, δύναμη των ΜΑΤ δεν υπήρχε, «περίεργες φάτσες» επίσης δεν έβλεπα στον ορίζοντα, για φοιτητικήδυναμική παρουσία ούτε λόγος και γενικά είχες την εντύπωση πως είσαι σε ένα πανηγύρι. Καλαμπόκάδες, καλαμάκια, λουκάνικα, μία μικρή μουσικά σκηνή με κοινό, street perfomers, μέχρι και ένα σωματείο swing χόρεψε σε ένα σημείο. Μάλιστα ο κόσμος ήταν ακριβώς όπως είναι στα πανηγύρια στα χωριά. Ηλικιωμένοι, μεσήλικες και παππούδες με το ένα πόδι στον τάφο έδιναν δυναμικό παρόν και μία στο τόσο έβλεπες και ένα νιάτο έτσι για να σπάει το μοτίβο. Αρχικά τσαντίστηκα για πολλούς και διαφορετικούς λόγους με τον φοιτητικό πληθυσμό και τις υποκατηγορίες του. Ύστερα όμως πήρα ένα ύφος παρόμοιο με αυτό του David Caruso όταν έχει λύσει μία υπόθεση και κοιτάει επιδεικτικά τον εγκληματία που μπαίνει στο περιπολικό-express για τη φυλακή και αναφώνησα «Γιατί να χάσει το σαββατόβραδο του ένας φοιτητής και να έρθει να «διαμαρτυρηθεί»? Αφού δεν έχει λόγο.» λύνοντας και εγώ τη δικιά μου υπόθεση.

15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ *ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΒΟΛΕΜΕΝΟΙ*

Να έρθουν να συμμετέχουν σε μία παγκόσμια διαμαρτυρία για την μη δημοκρατία ανά τον κόσμο για ποιο λόγο ακριβώς? Τι δεν πάει καλά στη ζωή τους? Το ότι μειώθηκε το οικογενειακό εισόδημα κατά μερικές εκατοντάδες ευρώ σημαίνει ότι πεινάνε? Σημαίνει ότι θα εγκαταλείψουν το φοιτητικό σπίτι που τυχόν νοικιάζουν? Τους αποτρέπει από το να είναι αυτή τη στιγμή έξω και να χαλάνε 6 ευρώ για μία μπύρα με τη παρέα τους? Προφανώς και όχι. Ας πούμε την αλήθεια. Εμάς των φοιτητών οι ζωές είναι ανεπηρέαστες ακόμα. Το υπερπολύτιμο μέλλον μας είναι πάνω από όλα και οι περισσότεροι γονείς θα προτιμήσουν να φάνε σκατά από το να πεινάσει το πολύτιμο τεκνό τους που «είναι των γραμμάτων και έχει λαμπρό μέλλον στις Αμερικές». Όλοι έχουμε κινητά (είτε I-Phone είτε όχι), όλοι χαλάμε 20-30 ευρώ τουλάχιστον το μήνα σε αυτά, όλοι έχουμε υπολογιστή με σταθερό internet, ,όλοι καλύπτουμε και με το παραπάνω τις βασικές ανάγκες μας, όλοι έχουμε 2-3 ζευγάρια παντελόνια και παπούτσια και όλοι καμιά φορά δίνουμε 30-60 ευρώ σε συναυλίες, παιχνίδια, αρώματα κλπ κλπ και φυσικά όλοι έχουμε άπλετο χρόνο για facebook χωρίς αυτό να επηρεάζει μοιραία το βιοτικό μας επίπεδο. Έτσι δεν είναι? Γιατί τότε να γεμίσει η πλατεία από νέους ανθρώπους? Σοβαρός λόγος λοιπόν ακόμα δεν υφίσταται για να πάει το σύνολο των νέων της Ελλάδας και να διαμαρτυρηθούν μαζικά και κατηγορηματικά.

Προφανώς η χρησιμοποίηση της λέξης «όλοι» δεν είναι κυριολεκτική καθώς πραγματικά υπάρχουν παιδιά που βοηθούν στο οικογενειακό εισόδημα με δικό τους κόπο και όντως υπάρχουν φοιτητές που τα περνάνε δύσκολα. Ο αριθμός τους όμως είναι ακόμα μικρός και η δυναμική της κατώτερης της μεσαίας αυτής τάξης εκ του αποτελέσματος αδύναμη. Το άρθρο στοχοποιεί τον μέσο όρο που (ΔΕΝ) γεμίζει/συμμετέχει στις κατά καιρούς πορείες και άλλες μορφές διαμαρτυρίας.

ΑΤΟΜΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Και συνεχίζουμε. Γιατί αποκλείεται αύριο να γίνει μία επανάσταση από τους νέους και να πέσει όλο το σύστημα? Πολύ απλά γιατί ακόμα το προσωπικό συμφέρον είναι πολύ πιο πάνω από το συλλογικό . Ο μέσος αντιδρών διαδηλωτής δεν πρόκειται να διακινδυνέψει την σωματική του ακεραιότητα προσπαθώντας να σταματήσει έναν μπάχαλο από το να πετάξει μολότοφ στα ΜΑΤ και να κατευθύνει εκεί την προσοχή των πάντων (=Μ.Μ.Ε). Ο ίδιος είναι ακόμα είμαι πιο σημαντικός από το γενικό καλό. Η μέση φοιτήτρια που χρωστάει (πολλά?) μαθήματα δεν θα προτιμήσει τις πορείες και τις καταλήψεις με κίνδυνο να μην περάσει τα μαθήματα που χρωστάει. Το πτυχίο της είναι ακόμα πιο σημαντικό από τη συνολική διαμαρτυρία. Δεν έχουμε φτάσει στο απροχώρητο, δεν πεινάμε και πάνω από όλα δεν έχουμε ακόμα εξαθλιωθεί σε βαθμό να υποβαθμίσουμε την ύπαρξη μας. Η Διαμαντοπούλου δεν υπερψήφισε ένα νομοσχέδιο που έλεγε «Κάθε φοιτητής που αποφοιτά οφείλει ύστερα να παραμένει άνεργος για το διάστημα των 10 (δέκα) ετών». Σε περίπτωση που είχε γίνει αυτό θα τελούσαν όλα τα πανεπιστήμια επί κατάληψη με πλήρη ομοφωνία, κανείς πρωτοετής και μη δεν θα τολμούσε να προτείνει «Ανοιχτό Πανεπιστήμιο» και όλοι οι φοιτητές θα ήταν όλοι μέρα στο δρόμο να μάχονται για την κατάρριψη του νομοσχεδίου αυτού. Αυτό σημαίνει εξαθλίωση. Αυτό σημαίνει συλλογική οργή. Αυτό σημαίνει επανάσταση. Αυτό σημαίνει αλλαγή των πραγμάτων. Αντιθέτως ξέρετε όλοι πως διαμαρτυρήθηκε ο συνολικός φοιτητικός πληθυσμός για το νομοσχέδιο και τι ανεπανάληπτη συνοχή υπήρχε γενικά.

ΜΠΑΜ ΜΠΟΥΜ

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη σκαπουλάρουμε ακόμα. Το μεγάλο μπουμ δεν έχει έρθει. Από τον νέο κόσμο που ακόμα δεν έρχεται στις πορείες εύκολα καταλαβαίνεις πως η πορεία δεν έχει πάρει την πανελλήνια μορφή διαμαρτυρίας που θα θέλαμε (και θα μπορούσε) να πάρει.

ΟΤΑΝ

Όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο τότε ίσως όλα αυτά να αλλάξουν και να γίνονται εβδομαδιαίως μαζικές πορείες, συγκεντρώσεις και λοιπές μορφές πίεσης. Όταν γίνει στάση πληρωμών (όπως στην Αργεντινή), όταν οι γονείς δεν θα μπορούν να διαθέσουν χρήματα για ολόκληρο σπίτι και ψάχνουν περιπτώσεις ανθρώπων που νοικιάζουν ένα και μόνο δωμάτιο (όπως γίνεται στη Βουλγαρία), όταν ο φοιτητής δεν παίρνει αρκετό χαρτζιλίκι για τις εξόδους του (όπως γίνεται σε κάθε πληγείσα χώρα που οι βασικές ανάγκες έρχονται πρώτες), και άμα κάποτε αρχίσουμε να εκμεταλλευόμαστε τα προϊόντα ΜΑΣ (όπως έκανε το Εκουαδόρ όταν έδιωξε το ΔΝΤ) τότε ίσως να υπάρχει έδαφος για να γίνει το μεγάλο μπαμ. Μέχρι τότε είναι άτοπο να μας κάνει εντύπωση η κυριαρχία των 2 γνωστών παρατάξεων στα πανεπιστήμια, η προσέλευση φίλων και γνωστών στις διάφορες πορείες και λοιπές μορφές διαμαρτυρίας, οι απίστευτοι προβληματισμοί διάφορων φίλων μας στο facebook που σου δίνουν την εντύπωση πως δεν ζουν εδώ, το ότι ακόμα βλέπει ο κόσμος τηλεόραση και μάλιστα ενδιαφέρεται με ποιόν τα έχει η Μενεγάκη και τέλος το ότι το Σάββατο 5 Νοεμβρίου που πάλι κάτι μεγάλο πάει να γίνει, τα μαγαζιά του κέντρου θα σφύζουν από νεολαία σε αντίθεση με την κρύα και ανιαρή πλατεία. Case solved !