“F for Fake”, κριτική και ανάλυση, από τον Θοδωρή Ηλιόπουλο

Posted: Νοέμβριος 7, 2011 in Movies

 

Ένα κείμενο για μια ταινία που έχουμε δει μαζί, καλειδοσκοπιακά! Επιστρατεύστε τη μνήμη σας! Ακολουθεί κριτική (σύνοψη), κυρίως για όποιον δεν την έχει δει ή ενδιαφέρεται για συντομότερο σχόλιο, και ανάλυση, με σκοπό να συγκεντρώσω τις κύριες ιδέες, τους κύριους προβληματισμούς που θίγονται στην ταινία. Δεν θα δείτε να γράφεται το απόλυτο, το «αντικειμενικά αληθές», θα δείτε να διατυπώνονται οι σκέψεις που γέννησε η ταινία στο μυαλό το δικό μου και πιθανώς και άλλων. Δε θα δείτε κείμενο που να διατρέχει κάθε στιγμή της ταινίας, θα επικεντρωθώ σε τρία – τέσσερα σημεία, τα κατ’ εμέ κυριώτερα, τα κατ’ εμέ αναγκαία για να ξετυλιχθεί το κουβάρι των ιδεών του σκηνοθέτη. Ελπίζω να βοηθήσω να δημιουργηθεί μια πιο καθαρή εικόνα στο μυαλό σας για την ταινία, και πιθανώς να αλλάξει ο τρόπος που την έχετε ερμηνεύσει, κατανοήσει, αξιολογήσει.

Κριτική

Μια περίεργη ταινία. Πρωτότυπη σίγουρα, δεν μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα σε κάποιο συρταράκι. Δεν ανήκει σε κάποιο είδος κινηματογράφο συγκεκριμένο, αλλά έχει στοιχεία ποικίλων κατηγοριών. Βασίζεται σε ντοκιμανέρ, δεν λείπουν, όμως στοιχεία μυθοπλασίας. Δεν υπάρχει ιστορία, γίνεται όμως αφήγηση αρκετών ιστοριών. Είναι δύσκολη η ταινία να την παρακολουθήσει κάποιος που περιμένει να δει μία κλασική φόρμα. Είναι γοητευτικό όμως για όποιον κατορθώσει να διεισδύσει στη λογική της. Διότι κατανοούμε τις δυνατότητες του σινεμά. Δε συμβαίνει κάτι, το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στα ερωτήματα που θέτει ο σκηνοθέτης. Η βάση της ταινίας, το ντοκιμαντέρ για έναν πλαστογράφο, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ο προβληματισμός πίσω από αυτό. Μια ταινία – απάτη, με θέμα την απάτη. Για τους φίλους της τέχνης του Orson Welles, τους φίλους του μη επιδεικτικού τρόπου πειραματισμού στο σινεμά, και για όσους μπορέσουν να μπουν στη λογική της!

Ανάλυση

Όταν ξεκινά η ταινία βλέπουμε τον Orson Welles, με γένια, ντυμένο στα μαύρα και με μπέρτα, να κάνει ταχυδακτυλουργικά κόλπα, μπροστά στα μάτια ενός πιτσιρικά που συμμετέχει μεν, με αμηχανία δε. Ίσως σχετίζεται το πιτσιρίκι με το θεατή, που θα παρακολουθήσει μια ταινία – τρικ, ένα κόλπο του Orson Welles, ένα έργο ασύνηθες. Μια φάρσα! Μια φάρσα με στόχο να θέσει ερωτήματα γύρω από την ίδια τη φύση της φάρσας: υπάρχει απάτη και πλαστό; Τί σημαίνουν; Ποιες είναι οι ειδοποιοί διαφορές τους; Ποιος διαχωρίζει το γνήσιο και το αυθεντικό; Ποια είναι η σχέση της αγοράς και του εμπορίου με όλα αυτά; Τί σημασία έχουν όλα αυτά; Και, τί είναι τέχνη; Πρόκειται για σπουδαία ερωτήματα που ανακύπτουν ποικιλοτρόπως και πολλάκις διαρκούσης της ταινίας.

Πέφτουν οι τίτλοι αρχής. Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας. Η Oja Kodar, εντυπωσιακή και με… ενδιαφέρουσα αμφίεση περπατά στο δρόμο. Προφανώς μια τέτοια γυναίκα δεν περνά απαρατήρητη. Όσοι βρίσκονται στο δρόμο την κοιτάζουν. Με θαυμασμό, περιέργεια, λαγνεία, απόλαυση, ζήλεια. Φευγαλέες ματιές, βλέμματα με ένταση, αδιάφορες ή ενστικτώδεις στροφές του βλέμματος. Άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας, όλοι κοιτούν την Oja.  Η σκηνή αποδίδεται με ιδιαίτερα γρήγορο μοντάζ, επιλογή που χαρακτηρίζει ολόκληρη σχεδόν την ταινία. Εντός μικρού χρονικού διαστήματος περνούν από την οθόνη δεκάδες πρόσωπα. Και μεταξύ αυτών, η Oja! Πρόσωπα, μάλιστα, ανόμοια, κάτι που προσδίδει κωμικότητα, αφού, εκτός από το γρήγορο ρυθμό, έχουμε και τις αντιθετικές εικόνες. Με τον τρόπο αυτό, γίνεται σαφές και το πλήθος, η μαζικότητα των βλεμμάτων που πέφτουν στην Oja. Ότι όλοι της ρίχνουν μια ματιά ή την παρατηρούν. Και όταν τελειώνουν οι τίτλοι και η Oja χάνεται, εμφανίζεται ο Orson Welles. Και μας πληροφορεί ότι τίποτα από όσα είδαμε δεν ήταν σκηνοθετημένο! Τόσην ώρα θαυμάζαμε τη σκηνή για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων η δυσκολία του εγχειρήματος, η επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων – ηθοποιών – «ματάκηδων», κλπ. Τελικά, το μόνο αξιοθαύμαστο είναι η έμπνευση του Orson Welles να παρατηρεί με κρυφή κάμερα τις αντιδράσεις των περαστικών και, με το μοντάζ, να δημιουργήσει την παραπάνω σκηνή. Όπως αξιοθαύμαστη είναι και η ικανότητά του να μας εξαπατά. Οι τίτλοι αποτελούν την πρώτη φάρσα της ταινίας. Και την πρώτη ένδειξη για τη γοητεία της απάτης, ακόμα – εν προκειμένω, τουλάχιστον – και για τον εξαπατησθέντα, που εντυπωσιάζεται για τα παιχνίδια που σκαρφίζεται ο σκηνοθέτης.

Έπειτα, η ταινία ξεκινά. Με την αφορμή της ταινίας, το υπόβαθρο, το σκηνικό που ο Orson Welles χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει τις σκέψεις του: ένα ντοκιμαντέρ για τον Elmyr de Hory. Πριν να ξεκινήσει, όμως, το ντοκιμαντερίστικο σκέλος της ταινίας, ο Orson Welles δίνει μια υπόσχεση: σε ένα φιλμ με θέμα την απάτη και την εξαπάτηση, ο σκηνοθέτης δεσμεύεται να πει μόνο την αλήθεια! Και ξεκινά η ιστορία του Elmyr de Hory, του πλαστογράφου. Ο Elmyr, Ούγγρος μετανάστης στην Ισπανία, ξεκινά ως ζωγράφος. Η μη αναγνώριση, όμως, της αξίας της δικής του, της προσωπικής του τέχνης και το πάθος του να εξαπατά γενικώς, τον ωθούν στην πλαστογραφία! Modigliani, Picasso κά δημιουργούνται συνεχώς στο ατελιέ του Elmyr. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται στα μεγάλα μουσεία ως αυθεντικοί! Ο Elmyr παρίστανε τον αριστοκράτη, συλλέκτη έργων τέχνης. Στην πραγματικότητα ήταν ένα φτωχόπαιδο που έκανε λεφτά με την πλαστογραφία. Έκανε, μάλιστα, και λεφτά, δεχόμενος παραγγελίες να βρει σπουδαία έργα τέχνης, τα οποία και ζωγράφιζε ο ίδιος και τα πουλούσε ή νοίκιαζε μετά στα μουσεία! Σε αυτό το σημείο, η κριτική στους… κριτικούς είναι αδυσώπητη. Δεν υπάρχουν κριτικοί. Πρόκειται για μια απάτη. Άνθρωποι που παρουσιάζονται ως ειδικοί σε θέματα τέχνης, δεν είναι τίποτα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Πώς, άλλωστε, αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ότι ποτέ κανείς δεν αναγνώρισε πίνακα του Elmyr ως πλαστό; Γιατί ποτέ κανείς δεν αρνήθηκε να φιλοξενήσει στο μουσείο του πίνακα του Elmyr σαν αυθεντικό έργο άλλου; Ίσως, βέβαια, απλώς να αδιαφορούν για την πραγματική τους ταυτότητα των έργων τέχνης, αφού, άπαξ και παρουσιαστούν ως αυθεντικά, πλήθος θα συρρεύσει να τα θαυμάσει, αφήνοντας και τον οβολό του!

Τελικά, όμως, αξίζει να φιλοξενηθεί ένα τέτοιο έργο σε κάποιο μουσείο; Κι ας είναι πλαστό; Η αξία του έργου, μπορεί να πει κανείς, έγκειται και στην ενσωμάτωση της ιδέας, της έμπνευσης, της πνευματικής δραστηριότητας του δημιουργού. Ακόμα κι αν αποδεχτούμε, όμως, την παραπάνω πρόταση, δεν μιλάμε για το έργο τέχνης, αλλά για το δημιουργό. Ακόμα, δηλαδή, κι αν ο πλαστογράφος θεωρηθεί, κατά τα παραπάνω, απλώς αντιγραφέας του καλλιτέχνη – δημιουργού, τα δύο έργα μπορούν να αξιολογηθούν διαφορετικά; Όταν ούτε εμείς, ούτε οι ειδικοί κριτικοί, ούτε καν ο ίδιος ο δημιουργός δεν μπορεί να ξεχωρίσει το αυθεντικό έργο από το πλαστό, πώς δικαιούται κανείς να απαξιώσει το δευτερότοκο;

Έργα τέχνης, λοιπόν, που βλέπουμε, αναγνωρίζουμε και θαυμάζουμε, μπορεί να έχουν το δίδυμο… ξαδερφάκι τους. Ένα έργο που δεν έπλασε ο φερόμενος ως δημιουργός, αλλά κάποιος άλλος, είναι έργο τέχνης; Ήταν κάποτε και έπαυσε να είναι μόλις αποκαλύφθηκε η αλήθεια; Ή δεν ήταν ποτέ; Και, αν ήταν αυθεντικό, θα άξιζε επαίνους, ενώ τώρα όχι; Για πόσα και πόσα έργα δεν έχει λεχθεί ότι απολαμβάνουν δάφνες δόξας μόνο λόγω του κύρους του δημιουργού τους; Είναι, συνεπώς, ο δημιουργός στοιχείο της έννοιας του έργου τέχνης; Μάλλον ναι, σε ό, τι αφορά στις συνειδήσεις μας, σε ό, τι αφορά στην καθημερινή έννοια του «έργου τέχνης». Αν, όμως, η αξία του δημιουργού καθορίζει σε κάποιο βαθμό τη σημασία που θα προσδώσει τελικά το κοινό στο έργο τέχνης, τότε μπορεί η αξία που αποδίδεται στο έργο τέχνης να είναι και προϊόν της ικανότητας του δημιουργού να πείθει για το κύρος της προσωπικότητάς του, την ποιότητα του έργου του και τη διαύγεια της πνευματικής του δραστηριότητας. Προϊόν, δηλαδή, της ικανότητάς του να μας εξαπατά! Η τέχνη ως απάτη. Και η απάτη ως τέχνη. Ίσως η σπουδαιότερη τέχνη. Διότι κανένα έργο τέχνης δεν έχει αντικειμενική αξία, αλλά υποκειμενική, αφού έργο τέχνης είναι αυτό που κινητοποιεί τη σκέψη και την ψυχή. Η απάτη, λοιπόν, είναι τέχνη. Ίσως η σπουδαιότερη. Διότι γεννά την τέχνη! Κάποιος μας εξαπατά και μας παρουσιάζει κάτι τσαπατσούλικο και μη κοπιώδες ως μεγαλειώδες. Κάποιος εκμεταλλεύεται την ικανότητά του για δημιουργία για να ανελιχθεί. Δημιουργία, με την έννοια της πλαστής παρουσίασης του πραγματικού. Με την έννοια της τέχνης και της απάτης. Μάλιστα, ο Orson Welles αφηγείται ένα περιστατικό: όταν ήταν νεαρός και παρουσίαζε ραδιοφωνική εκπομπή, έκανε μια ραδιοφωνική φάρσα. Είπε ότι εξωγήινοι επιτίθενται στις ΗΠΑ. Ήταν αρκετά πειστικός, έτσι ώστε Αμερικάνοι να τρέξουν στα βουνά, εγκαταλείποντας τις πόλεις για να γλιτώσουν! Αργότερα, το ίδιο ακριβώς έκανε και ένας άλλος σε ραδιόφωνο της Λατινικής Αμερικής. Πήγε στη φυλακή. Ο Orson Welles πήγε στο Hollywood.

Έχουν, όμως, όλα αυτά σημασία; Σε μία μοναδική για την ταινία στιγμή, το μοντάζ γίνεται αργό, το ίδιο κι ο ρυθμός. Βλέπουμε τον Orson Welles ήρεμο, να μιλά και ένα γαλήνιο πλάνο, έναν καθεδρικό ναό, μεγαλειώδες έργο, να χάνεται καθώς πέφτει το σκοτάδι της νύχτας. Η τέχνη έχει σημασία όσο υπάρχουν άνθρωποι. Το μήνυμα έχει σημασία όσο υπάρχουν δέκτες. Όταν ο χρόνος περνά, οι άνθρωποι και τα έργα τους χάνονται, τότε αλλάζουν τα πάντα: η σημασία της τέχνης κι η φύση της, μέχρι να απαξιωθεί ή να χαθεί κι αυτή. Το μόνο που μένει αλώβητο είναι ο χρόνος που κυλά.

Βαδίζουμε προς το τέλος της ταινίας, κι ο Orson Welles έχει ακόμα μια ιστορία να αφηγηθεί. Ένα περιστατικό από τη ζωή του Picasso στην Ισπανία, όπου είχε εγκατασταθεί. Έτυχε να γειτονεύει τότε με την Oja Kodar, την όμορφη γυναίκα που είδαμε στην αρχή της ταινίας. Και όταν την είδε ο Picasso, την πρόσεξε για τα καλά. Την κρυφοκοίταζε κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το παράθυρό του. Ο σκηνοθέτης δείχνει την Oja να περπατά από το σημείο, στο οποίο βλέπει το παράθυρο του Picasso, ντυμένη με διάφορους τρόπους. Ο Picasso πάντα την κοίταζε. Όταν πήγαινε για καφέ, το πρωί, όταν πήγαινε για μπάνιο, όταν γυρνούσε από τη θάλασσα, όταν έβγαινε για περπάτημα, όταν έβγαινε για ποτό, όταν έβγαινε με τους φίλους της, όταν πήγαινε για ψώνια. Πάντα περνούσε μπροστά από το σπίτι του Picasso, και ο Picasso ήταν στο παράθυρό του για να την δει. Άνοιγε τις γρίλιες και παρατηρούσε. Τί βλέπουμε, εμείς, όμως; Την Oja να περπατά, σύμφωνα με την παραπάνω περιγραφή. Και μετά τον Picasso. Φωτογραφίες, δηλαδή, του Picasso, και μπροστά από αυτές, γρίλιες να ανοίγουν και να κλείνουν. Οι φωτογραφίες προσεχτικά επιλεγμένες, ώστε μία να κοιτάζουν δεξιά, την άλλη αριστερά, ανάλογα με το από πού έρχεται η Oja, με το αν πάει ή έρχεται! Oja – Picasso, η Oja να περπατά κι η φωτογραφία του Picasso να κοιτάζει. Και στο βάθος, η φωνή του Orson Welles  να αφηγείται. Ο νους του Picasso  όλοι και περισσότερο επικεντρωνόταν στην Oja. Την κοιτούσε πάντα, δεν μπορούσε να μην τη σκέφτεται, σε βαθμό που έχανε και την έμπνευσή του. Η ένταση με την οποία τη σκέφτεται και την κοιτά αυξάνεται. Και το μοντάζ γίνεται γρηγορότερο, οι εναλλαγές Picasso και Oja ταχύτερες. Και αν η Oja παραμένει η ίδια, ο σκηνοθέτης αλλάζει τη φωτογραφία του Picasso με πορτραίτα του. Πορτραίτα πιο αφηρημένα, που αντανακλούν την ψυχική ένταση του ζωγράφου. Αριστουργηματική σκηνή! Τελικά, ο Picasso της μίλησε, την έφερε στο σπίτι του και της πρότεινε να τη ζωγραφίσει γυμνή. Η Oja δέχτηκε, με τον όρο να της χαρίσει όσα έργα έφτιαχνε. Έφυγε με 20 περίπου πίνακες και πήγε στο Παρίσι. Σύντομα ο Picasso άκουσε ότι γίνεται μία έκθεση με νέα έργα του στο Παρίσι! Ο θυμός του είναι άνευ προηγουμένου, όπως και τα φαινόμενα κακοκαιρίας που πλήττουν το Παρίσι (και μας τα δείχνει ο Orson Welles, παρουσιάζοντας σκηνές από καταιγίδες, αέρηδες κλπ). Σύμπτωση; Κανείς δεν ξέρει! Πάντως ο Picasso πήγε στο Παρίσι και βρήκε την Oja  για να της ζητήσει τα ρέστα. Με έκπληξη, όμως, βλέπει ότι η έκθεση δεν έχει έργα του αυθεντικά, αλλά πλαστά! Στο σημείο αυτό μας παρουσιάζεται ο διάλογος περί παλστού και αυθεντικού – γνησίου που είχε ο Picasso  με την Oja, μία συνομιλία που συνοψίζει και ξεκαθαρίζει τα βασικά σημεία της ταινίας. Αφού ολοκληρωθεί κι ο διάλογος, εμφανίζεται ο Orson Welles.

 «Υποσχέθηκα να πω την αλήθεια για την επόμενη ώρα. Τήρησα την υπόσχεση μου. Τα τελευταία 17 λεπτά, όμως, λέω ότι βλακεία μου κατέβηκε στο κεφάλι!» Τίποτα από αυτά δεν έγινε! Το αποκορύφωμα της ταινίας είναι μία μεγαλειώδης απάτη, ένα μεγάλο και γοητευτικό ψέμα. Το «καλύτερο» ίσως σημείο της ταινίας είναι ψέμα! Και έγινε μόλις ο Welles το ομολόγησε. Αν δεν το έλεγε πολύ λίγοι θα καταλάβαιναν ή θα μάθαιναν ότι ο Picasso δεν ζωγράφισε ποτέ την Oja Kodar. Το ψέμα θα ήταν η αλήθεια των θεατών της ταινίας. Κι η αλήθεια, λοιπόν, είναι υποκειμενική.

Θοδωρής Ηλιόπουλος

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η sandridio λέει:

    Μπράβο Θοδωρή.πολύ ωραία κριτική και ανάλυση χωρίς υπερβολές και άχρηστους εκθειασμούς! Συμφωνώ με ότι έχεις γράψει, η ταινία είναι πολύ έξυπνη και με τρόπο ανορθόδοξο και ευρηματικό ψάχνεται και φιλοσοφεί, μπερδεύει και εξαπατά, και σου αφήνει στο τέλος το ερώτημα…»τι είναι πραγματικό, αυθεντικό και τι κόπια?» χωρίς να μένει αποκλειστικά στον χώρο της τέχνης. Σίγουρα πάντως ξεφεύγει απ’ τα επισφαλή και καθιερωμένα μοτίβα ,κάτι που κατά τη γνώμη μου απαιτεί απ’ τον θεατή να κρατάει ανοιχτό το μυαλό και την κρίση του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s