ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ από την ΚΑΝΔΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ

Posted: Οκτώβριος 26, 2012 in Ελεύθερα Κείμενα

 

Επιστροφή στην μεγάλη πόλη με τα χιλιάδες πρόσωπα κι είναι απ’τις μέρες που σέρνω τα βήματα μου χωρίς τέμπο , με έναν απροσδιόριστο ρυθμό, όχι σαν άλλοτε που σιγοτραγουδάω μέσα μου το τικ-τακ του ρολογιού ασυναίσθητα, χωρίζοντας το σε μικρότερες αξίες και παράγοντας ρυθμικές μελωδίες που δεν θα ακουστούν ποτέ…αρκούν για να στολίζουν τις βαρετές μου διαδρομές. Παραπατάω στις ξηλωμένες πλάκες των πεζοδρομίων και με κατακλύζει μια ακατάσχετη επιθυμία να περπατήσω με γυμνά πόδια πάνω στην καυτή απτό πρωινό ήλιο άσφαλτο με την ελπίδα πως ίσως νιώσω στα ευαίσθητα νεύρα μου μιαν υπόγεια ασταμάτητη κίνηση και το ρυθμό αυτού του δρόμου, του τετραγώνου και της πόλης ολόκληρης. Κάπου κάπου τα βήματα μου σταθεροποιούνται πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου που γλίτωσαν την οργή κάποιου ή το πέρασμα του καιρού και διατήρησαν την τάξη τους, μα τώρα έχω αυτή την αλλόκοτη αίσθηση ότι αφήνω πίσω μου αποτυπώματα βαθειά πάνω στο στέρεο δάπεδο…νιώθω η ίδια βαριά, σαν τσιμεντένια. Σαν κάτι να μου βαραίνει το κεφάλι μαζί με τον ουρανό που τώρα ετοιμάζεται να ποτίσει τον κήπο του…είναι αυτή η κοτρώνα που καταπίνω σαν χάπι κάθε μέρα και έχει σκαλισμένες πάνω στις σαγρέ της επιφάνειες διαφημίσεις από περιοδικά, υπέροχες ζωές και πασαρέλες. Αισθάνομαι αυτό το βάρος της κενότητας του να ψάχνεις τον εαυτό σου ανάμεσα σε αψεγάδιαστα πρόσωπα, καλογυμνασμένα κορμιά, ιδανικά ρομάντζα με χάπι εντ και αμερικάνικα όνειρα. Σέρνω τα βήματα μου στο κέντρο μιας πόλης αδειανής στο μέσο του Αυγούστου χαζεύοντας τον κόσμο να μπαινοβγαίνει σε εμπορικά και καφέ μέχρι που ένα προτεταμένο χέρι μου διακόπτει την ευθεία της διαδρομής μου. Ασυναίσθητα σκέφτομαι πως ακόμη κι αυτό το θλιμμένο παιδικό βλέμμα που αντικρίζω εμπρός μου είναι μέρος μιας επιχείρησης επαιτείας, ενός κυκλώματος εξαπάτησης και επουδενί δεν βγάζω ένα ψωροκέρμα να του πετάξω μέσα στο αδειανό βρώμικο κυπελλάκι του. Μόνο που πίσω απ αυτή την υποψία εξαπάτησης βλέπω το ασθενικό του κορμί να το ντύνουν οι βρομιές του δρόμου , η απλυσιά πολλών ημερών, δυο κουρέλια σε μικρότερο μέγεθος και η αδιαφορία ενός ολόκληρου κόσμου. Πριν τελειώσω τη σκέψη μου έχω κιόλας προσπεράσει αυτή και κάθε άλλη σκηνή που μου αποδεικνύει ότι δεν έχω πάψει να νιώθω αλλά μου υπενθυμίζει και την απόσταση που κρατάω απέναντι σε όσα με φοβίζουν. Φόβοι που θα καμουφλαριστούν από δύο στρώσεις ακριβής πούδρας πριν καν προλάβουν ν αφήσουν το ίχνος τους και από λίγες ακόμα αγορές όσων (δεν) χρειάζομαι μήπως και αυτή η δήθεν αίσθηση πολυτέλειας με απομακρύνει λίγο ακόμα απτό τρόμο της μιζέριας. Η ζωή συνεχίζεται κι έχω τις γεμάτες σακούλες των πολυκαταστημάτων στα χέρια μου να σβήνουν την αμυδρή ενόχληση στη συνείδηση μου απτό σώμα του κοιμώμενου άστεγου που κείται έξω απ’τις βιτρίνες. Κι αν ο αργόσυρτος ρυθμός του καλοκαιριού κάνει μια πολύβουη πόλη να καταλαγιάζει και να μοιάζει με παρατημένο σκηνικό τίποτα δεν έχει σταματήσει να κινείται ή μάλλον τίποτα και κανείς δεν έχει σταματήσει να καταναλώνει και να καταναλώνεται στην άσκοπη καταδίωξη μιας υλικής ευτυχίας. Η ζωή συνεχίζεται…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s