Παρελθόν χωρίς παρελθόν

Posted: Δεκέμβριος 20, 2012 in Ελεύθερα Κείμενα

                     

 

Ξύπνησα τουρτουρίζοντας σε κάτι κρύα πλακάκια. Το κεφάλι μου δεν εστιάζει και όλα γύρω μου γυρνάνε, πέφτουν, αναποδογυρίζουν. Κοντοστέκομαι. Ηρεμώ. Παίρνω τις ανάσες μου. Ποιος είμαι; Που είμαι; Σηκώνομαι σιγά-σιγά και παρατηρώ πως είμαι γυμνός σε ένα κόκκινο δωμάτιο με κάτι noir αφίσες στον απέναντι τοίχο. Ακόμα ζαλισμένος βάζω πρόχειρα το τζιν που βρίσκω πιο πέρα πεταμένο και γυρνώ προς το κρεβάτι… Ποια είναι αυτή; Γιατί είναι τόσο όμορφη; Θέλω να την πιάσω. Μακάρι να μην είναι πόρνη. Μακάρι να μην είναι κάποιο κακόγουστο αστείο. Μακάρι να μην είναι άγγελος. Μακάρι να μην είναι παραίσθηση. Μακάρι να είναι αληθινή. Πάω να την αγγίξω αλλά βλέπω αίματα στα χέρια μου. Αίματα στο πάτωμα, αίματα και στο τζιν. Τρομάζω. Θέλω να φύγω. Να την αφήσω ήσυχη. Να είναι μακριά μου. Με κομμένη την ανάσα τρέχω στο μπάνιο. Πονάω παντού. Ξεπλένω το αλκοόλ από το στόμα μου και βάζω betadine σε μία βαθιά πληγή στο πάνω χείλος. Τσούζει αλλά είναι ανάγκη. Γυρνάω την πλάτη και βλέπω πως είναι γεμάτη ξεραμένα αίματα. Πιάνω το κεφάλι μου και ψηλαφίζω έντρομος ένα τραχύ καρούμπαλο.

 blood

Τα κατακόκκινα μάτια είναι τελικά το μοναδικό φυσιολογικό πράγμα πάνω μου. Κάνω ένα καυτό μπάνιο να κλείσουν οι πληγές. Πονάει αλλά είναι ανάγκη. Σκουπίζομαι, ντύνομαι, στέλνω ένα απαλό φιλί στην οπτασία που κοιμάται στο κρεβάτι και ξεκινάω να βρω τον εαυτό μου. Βγαίνω στο δρόμο. Έχει αποπνικτική ζέστη αλλά νιώθω ελεύθερος και σίγουρος για πρώτη φορά. Ο αέρας της ανεμελιάς με κατακλύζει ενώ ανοίγω το κινητό και καλώ την πρώτη επαφή : «Αντριάννα Μόκουμπα». Μονολογώ «τι στο καλό-στο σύμπαν του YU-GI-OH ξύπνησα;» μέχρι που μου απαντάει μια κοπέλα. Ήμασταν λέει φίλοι παλιά αλλά την εγκατέλειψα γιατί λέει «δεν είχα χρόνο για αυτήν και τις βλακείες της». Τσαντισμένη που τολμάω και την καλώ μου το κλείνει. Αρχίζω και βαριανασαίνω. Μετά από λίγο πέφτω σε ένα σχετικά οικείο ψιλικατζίδικο. Η ιδιοκτήτρια με μίσος με ρωτάει «Τι θέλεις;». Την ρωτάω αν γνωριζόμαστε. Μου λέει πως παλιά ερχόμουν και αγόραζα κόμιξ αλλά μετά έσπασα απότομα. Φεύγω πριν με λιντσάρει. Με γουρλωμένα μάτια καλώ την επαφή «Mamma Mia» αναζητώντας μία νησίδα βοηθείας. Απαντάει μία κυρία που μόλις ακούει τη φωνή μου βάζει τα κλάματα. Με ρωτάει που είμαι, γιατί δεν της μιλάω και τι κάνω. Της το κλείνω παγωμένος. Δεν έπρεπε αλλά ήταν ανάγκη. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Τι έχω κάνει; Πόσο χρονών είμαι; Υπάρχει κανένας δεσμός με το παρελθόν που δεν έχω κόψει; Τι έχω απογίνει; Ανοίγω το κινητό να ψάξω φωτογραφίες. Βλέπω τον τύπο από τον καθρέφτη του μπάνιου περιτριγυρισμένο από διάφορα χαμογελαστά πρόσωπα σε διάφορα μέρη. Κοιτάω ημερομηνίες. Η τελευταία φωτογραφία είναι 1,5 χρόνο πριν. Μα γιατί; Λυπάμαι και βουρκώνω. Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Γιατί δεν τους θυμάμαι; Τραβάω για το σπίτι. Δεν θυμάμαι που είναι το σπίτι. Αρχίζω και τριγυρίζω. Σαν μύγα χωρίς κεφάλι. Δεξιά. Αριστερά. Πάλι δεξιά. Πέφτω κάτω. Σηκώνομαι. Ξεκουράζομαι. Πανικοβάλλομαι και σηκώνομαι. Μήπως είναι νεκρή η κοπέλα στο σπίτι. Μήπως χρειάζεται βοήθεια. Μήπως την δολοφόνησα. Μήπως έχω πάρει ναρκωτικά. Μήπως πουλάω ναρκωτικά. Μήπως δραπέτευσα από τη φυλακή. Δεν αντέχω και σωριάζομαι κάτω. Δεν πρέπει αλλά το έχω ανάγκη. Δίπλα μου περνάνε αυτοκίνητα με ταχύτητα του ήχου. Με περιτριγυρίζουν αιμοβόρα κουνούπια. Τα μισώ. Τα πολεμώ. Με ότι δύναμη μου έχει απομείνει προσπαθώ να τα διώξω. Ο κωλοιδρώτας και το γαμημένο αλάτι του τσούζει τις πληγές. Πονάω και πάλι. Δεν έχω άλλες δυνάμεις. Εγκαταλείπω την μάχη και αφήνω τα κουνούπια να με φάνε ζωντανό. Που να σας κάτσει στο λαιμό σκέφτομαι μα δεν έχω δύναμη να τα φοβερίσω. Ένα σκυλί έρχεται και με γλύφει παρηγορητικά. Το αγαπώ αυτό το σκυλί. Ένας αλήτης μου κλέβει το κινητό μέσα από τα χέρια μου. Καλορίζικο σκέφτομαι και με νοιάζει μόνο να μην παρενοχλήσει την «Αντριάννα Μόκουμπα». Ένα κομμάτι του παρελθόντος μου που δεν χρειάζεται να σαπίσει μαζί μου. Ας μείνει έτσι ατόφιο, άγνωστο και όμορφο όπως είναι τώρα. Δεν βγάζω λογική. Δεν με νοιάζει αν βγάζω λογική. Κλείνουν τα μάτια μου. Δεν θέλω να χάσω τον έλεγχο. Αγωνίζομαι να τα κρατήσω ανοιχτά. Αγωνίζομαι να τα κρατήσω χρήσιμα. Μετά αναρωτιέμαι τι τα χρειάζομαι. Τα κλείνω και προσπαθώ να θυμηθώ γιατί εγκατέλειψα τα πάντα. Είμαι κοντά στην απάντηση μα κάτι φωνές διακόπτουν την σκέψη μου. Ακούω οχλοβοή. Ακούω ανθρώπους. Δεν ακούω πια. Δεν βλέπω. Όλα χάνονται. Δεν αισθάνομαι τίποτα. Απολύτως τίποτα. Μακάρι…

Nίκος Νακόπουλος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s