«NO» του Pablo Larraín

Posted: Φεβρουαρίου 17, 2013 in Movies

NO του PabloLarraín

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ από το Θοδωρή Ηλιόπουλο

Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Χιλή του 1988. Υπό την πίεση διεθνών αντιδράσεων, ο δικτάτορας Πινοτσέτ υποχρεώνεται να προκηρύξει δημοψήφισμα για την παραμονή του ή αποχώρησή του από την εξουσία. Η αντιπολίτευση για πρώτη φορά δικαιούται να εκφέρει δημόσια πολιτικό λόγο και καλείται να οργανώσει προεκλογική εκστρατεία. Ο Ρενέ Σααβέδρα εργάζεται ως διαφημιστής σε διαφημιστική εταιρεία. Είναι νέος και αρκετά καινοτόμος και πρωτοποριακός. Η αντιπολίτευση τον προσεγγίζει ώστε να αναλάβει την καμπάνια υπέρ του «ΟΧΙ». Ο Ρενέ αρχικά είναι δισταχτικός και αρνείται, μα τελικά δέχεται. Και ξεκινά η ταινία! Η οποία αναφέρεται στην πραγματική ιστορία του δημοψηφίσματος του 1988 στη Χιλή και στην αληθινή προεκλογική καμπάνια που ακολούθησε η αντιπολίτευση.

ΤΑΙΝΙΑ ΕΜΜΕΣΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ

Πρωταγωνιστής είναι ο Ρενέ Σααβέδρα (GaelGarciaBernal). Κι όμως, λίγα πράγματα ενδιαφέρουν σχετικά με αυτόν. Επιλογή του Larraín, την οποία βλέπουμε καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, είναι η βάση αυτής να είναι καθαρά γεγονότα. Τα γεγονότα της προεκλογικής εκστρατείας είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Η προεκλογική καμπάνια, οι επιλογές γύρω από αυτήν και οι αντιδράσεις προωθούν τη δράση, δίνουν νόημα στην ιστορία αλλά και προκαλούν τους χαρακτήρες. Τελικά, πρωταγωνιστής είναι ολόκληρο το συνεργείο που εργάζεται για την προεκλογική εκστρατεία υπέρ του «ΟΧΙ» και το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Δευτερεύων μόνο ρόλο έχει ο Σααβέδρα, για τον οποίο ελάχιστα μαθαίνουμε. Ο ψυχισμός του, οι φόβοι του, οι ελπίδες του δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία – εκτός από στοιχεία χρήσιμα ως γεγονότα, δηλαδή στοιχεία που προκύπτουν μέσα από τον προεκλογικό αγώνα (πχ η επιμονή του σε εναλλακτική καμπάνια, η έμφαση που δίνει στην έννοια της «ευτυχίας») ή που φωτίζουν τον προεκλογικό αγώνα. Ήδη από την αρχή φαίνεται αυτό: βλέπουμε τον Ρενέ να αρνείται μια, δυο, τρεις και τελικά να δέχεται την πρόταση της αντιπολίτευσης. Τί άλλαξε; Ποιες σκέψεις τον έκαναν να αλλάξεις γνώμη; Δε μαθαίνουμε. Σημαντικό είναι ότι δέχτηκε. Βέβαια, κατά τη διάρκεια της ταινίας παρουσιάζονται στοιχεία που φωτίζουν την απόφασή του: ο πατέρας του ήταν αντιστασιακός, η πρώην σύζυγός του έχει έντονη αντιδικτατορική δράση, αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη πρόταση και ως πρόκληση για την καριέρα του. Αποκαλύπτονται όμως και οι παράμετροι που συνθέτουν το δίλημμα αν θα δεχτεί ή όχι: ο φόβος για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η στράτευση ενάντια στο καθεστώς (βλέπουμε εκφοβισμό και απειλές για τον ίδιο και το γιο τόυ), και το γεγονός ότι ο ίδιος είναι βολεμένος. Έχει το σπίτι του, το αμάξι του, τη δουλειά του, την τηλεόρασή του και τις ανέσεις του. Γιατί να αγωνιστεί να αλλάξει το καθεστώς;

ΤΑΙΝΙΑ ΕΜΜΕΣΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ.

Αξιοσημείωτο είναι ότι παρ’ ότι καταπιάνεται με θέμα αμιγώς πολιτικό, δηλαδή τη δικτατορία του Πινοτσέτ, προσεγγίζει το πολιτικό στοιχείο εμμέσως. Δηλαδή δε γίνεται ηθικιστική ή διδακτική ούτε και επαναλαμβάνει ένα ορθό και δίκαιο, πλην γωνστό σε όλους κατηγορητήριο στη δικτατορία. Η ταινία εστιάζει στον προεκλογικό αγώνα. Μέσα από τις επικοινωνιακές επιλογές των δύο παρατάξεων τίθενται και οι προβληματισμοί και ο πολιτικός διάλογος. Τα βασανιστήρια, η αυταρχικότητα, οι εκτελέσεις, οι απαγωγές και οι εξόριστοι της χούντας σε αντιπαραβολή με το «Αμερικάνικο Όνειρο», τα δημόσια έργα και την ανάπτυξη της χώρας. Μιας χώρας όμως όπου απαγορεύεται η έκφραση και όπου οι μισοί σχεδόν πολίτες ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Επίσης, πολιτικό προβληματισμός γεννούν και τα γεγονότα: η χούντα ανοιχτά σχεδόν λέει ότι θα στήσει το δημοψήφισμα, απειλεί όσους τάσσονται και εργάζονται για την πλευρά του «ΟΧΙ» και διαλύει με στρατιωτική επέμβαση την κεντρική προεκλογική εκστρατεία – συναυλία των αντιπάλων της, χωρίς κανένα λόγο. Η αντιπολίτευση τρομάζει κι η ίδια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑ ΜΜΕ

Ωστόσο, έντονα πολιτικός είναι ο χαρακτήρας της ταινίας σε ό, τι αφορά την επικοινωνιακή στρατηγική, τα επικοινωνιακά τρικ. Διότι αυτό αναδεικνύεται από τον «πρωταγωνιστή» της ταινίας, την προεκλογική εκστρατεία. Μέσα από τον προεκλογικό αγώνα τίθενται βασικοί προβληματισμοί. Πρώτον, γιατί να νομιμοποιηθεί η χούντα με τη συμμετοχή των δημοκρατικών δυνάμεων σε ένα στημένο δημοψήφισμα; Δεύτερον, δικαιούται η αντιδικτατορική προεκλογική εκστρατεία να είναι χιουμοριστική, δεδομένου ότι αφορά ένα ζήτημα σοβαρό, όσο τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις και οι εκτοπισμοί της χούντας; Τρίτον, αναδεικνύεται η δύναμη του μέσου. Μήπως ακόμα και για κρίσιμα θέματα, θέματα αμιγώς πολιτικά και θέματα ουσίας και όχι τύπου, πρέπει να επιστρατευθούν στρατηγικές επικοινωνίας και επικοινωνιακά τρικ  ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του δημοσίου διαλόγου; Και, ακόμη παραπέρα, μήπως το αποτέλεσμα του δημοσίου διαλόγου τελικά δεν καθορίζεται από την ουσία των επιχειρημάτων, αλλά από το εύστοχο ή άστοχο της επικοινωνιακής επιλογής και από τον τρόπο παρουσίασης του επιχειρήματος; Και αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Η ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΘΕΑΤΩΝ

Κρίσιμο στοιχείο για την εξέλιξη της ταινίας και της ιστορίας αποτελεί η τηλεόραση. Η τηλεόραση δια της οποίας μεταδίδονται στους Χιλιανούς τα μηνύματα των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων. Η επιτυχία ή αποτυχία των προεκλογικών σποτ σπανίως σχολιάζεται στην ταινία (πχ στην πρώτη, εμφανώς άστοχη διαφήμιση των χουντικών βλέπουμε τον Σααβέδρα να χαμογελά), το οποίο σημαίνει ότι ο θεατής τρέπεται και σε «τηλεθεατή» και παρακολουθεί τη σύγκρουση χωρίς να γνωρίζει, προς τα πού πάει το πράγμα. Βέβαια, βλέπουμε αρκετές αντιδράσεις, όχι όμως ικανές να μας «καθησυχάσουν». Η αρχική απογοήτευση των χουντικών αλλάζει σε δυναμική αισιοδοξία όταν αποφασίζουν να αλλάξουν στρατηγική και να προσεγγίσουν το ύφος της αντιπολίτευσης. Στο δε στρατόπεδο της αντιπολίτευσης δε λείπουν οι έντονες διαφωνίες για το αν έχει επιλεγεί ορθό ύφος. Προϊόντων του χρόνου και της ταινίας, βλέπουμε πλήθος διαφημιστικών σποτ και τις ανάλογες αντιδράσεις των στρατοπέδων, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ποτέ βεβαιότητα για το τέλος – εκτός αν ξέρετε χιλιάνικη ιστορία, αφού η υποψία  ότι προηγούνται οι αντικαθεστωτικοί αντιτίθεται στην ακόμη μεγαλύτερη υποψία ότι «είναι στημένο». 

Ως προς τη φωτογραφία, και αυτή εντείνει την τηλεοπτική αίσθηση, με την έννοια ότι έχει επιλεγεί λιγότερη ευκρινής εικόνα, ώστε να θυμίζει εικόνα από παλαιότερες δεκαετίες και να παραπέμπει έτσι στην εποχή της αισθητικής που προβάλλει η τηλεόραση. Στα παραπάνω συμβάλλει και το γεγονός ότι δεν υπάρχει διαφορά στην εικόνα ανάμεσα στα τηλεοπτικά σποτ και στην «πραγματική» ζωή των Χιλιανών. Είτε βλέπουμε τους ήρωες είτε η κάμερα βλέπει μέσα από το γυαλί της τηλεόρασης, η εικόνα μένει η ίδια ποιοτικά. Μόνη διαφορά, η κινηματογράφηση της «εκτός τηλεόρασης» εκτυλισσόμενης ιστορίας με κάμερα στο χέρι: εκτός τηλεόρασης είναι περισσότερο ασαφή τα πράγματα, αφού καθορίζονται κάθε στιγμή από τις επιλογές, τους φόβους και τις επιθυμίες, τους στόχους των ηρώων, με αποτέλεσμα αβέβαιο, το οποίο τελικά θα λάβει υπόσταση τέτοια όπως φαίνεται στη μικρή οθόνη. Η φωτογραφία της ταινίας είναι ενδιαφέρουσα, μα όχι απολύτως επιτυχημένη, διότι τελικά είναι σε κάποιο βαθμό κουραστική: η εικόνα «καίγεται» στο φως, είναι πάντοτε ελαφρώς θολή, με επισκιάσεις και στίγματα, άλλοτε εντονότερα άλλοτε σχεδόν ανεπαίσθητα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s