Archive for the ‘Ελεύθερα Κείμενα’ Category

Όλα γίνονται ψυχρά, όταν πλησιάζουν οι Παράφρονες. Φρικαλέα πλάσματα με μανδύες και μαύρες αδιαφανείς κουκούλες, πίσω από τις οποίες κανείς δεν ξέρει τι κρύβεται, αιωρούνται, χωρίς να βλέπουν ή να ακούν, αλλά αντιλαμβανόμενοi τα έντονα συναισθήματα…
Η ευτυχία χάνεται όταν πλησιάζουν, κάθε σταγόνα αυτής. Αργά και βασανιστικά, την μαγνητίζουν, σαν αυτή να είναι τρίμματα σιδήρου. Προσεγγίζουν το «θύμα» τους και ρουφούν κάθε χαρούμενη σκέψη και ανάμνηση. Τελικά, αυτό μένει με κάθετί δυστυχές στο πνεύμα του, ένα φάντασμα του εαυτού του, που επιβιώνει άψυχο για λίγο ακόμη, ώσπου να καταλήξει σε τραγικότατο θάνατο.
Όμως, ενώ οι παράφρονες είναι τόσο ισχυροί, καθώς το «φιλί» τους αποδυναμώνει κάθε ύπαρξη, ο καθένας μπορεί να τούς αντισταθεί, με μοναδικό όπλο τον ίδιο του τον εαυτό. Ή, πιο σωστά, όλα όσα συντέλεσαν για να δημιουργηθεί  η προσωπικότητά του: Το «ξόρκι του προστάτη», όπως αποκαλείται στον κόσμο των μάγων της Τζοάν Κ. Ρόουλινγκ, προϋποθέτει ο χρήστης να αφεθεί στην πιο δυνατή και ευτυχισμένη του σκέψη, στο πιο όμορφο συναίσθημα και έτσι, μπορεί να δημιουργήσει μια ασπίδα ανάμεσα σε αυτόν και τον Παράφρονα, ο οποίος εκδιώκεται.
Αυτή η ιστορία, αν και εντελώς πλασματική, μοιάζει να βρίσκεται πολύ πιο κοντά μας από όσο νομίζουμε. Αμέτρητοι παράγοντες κάθε μέρα προσπαθούν μέσω των ΜΜΕ να μεταδώσουν απελπιστικά μηνύματα.
Το όπλο όμως, στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς το ίδιο με το ξόρκι του μάγου. Να φτιάξουμε τη δική μας ασπίδα με τα ευχάριστα συναισθήματα και τα αγαπημένα μας πρόσωπα!
Γιατί τα πιο εντυπωσιακά, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι μέσα στο γυαλί. Τι πιο σπουδαίο από τον αγώνα της ανύπαντρης μάνας, ο οποίος, βέβαια, δικαιώνεται, καθώς φιλάει τα παιδιά της για «Καληνύχτα», κάθε βράδυ; Ή από μια παρέα που γελάει μέχρι δακρύων;  Ή, ακόμη ακόμη, από ένα ζευγάρι που περπατά χέρι-χέρι στην όμορφη παραλιακή; Πράγματα που η δόξα και τα χρήματα δεν μπορούν να προσφέρουν, αλλά αφθονούν εκεί όπου κυριαρχεί η αγάπη και η γαλήνη!
Σίγουρα, βέβαια, κάτι τέτοιο, όπως ο μυθιστορηματικός «Προστάτης» είναι απαιτητικό! Θέλει δύναμη για να κρατιέσαι σε χαρούμενες στιγμές, καθώς μερικές φορές, το να παρασύρεσαι στην απραξία και την απελπισία είναι το μόνο εύκολο… περιμένοντας το Μεσσία… Όχι μόνο το χριστιανικό, αλλά οποιαδήποτε χαρισματική ύπαρξη θα σε βγάλει από τα δεινά σου…

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλά σίγουρα δεν έχει λόγο να υφίσταται εκεί όπου οι άνθρωποι διώχνουν μόνοι τους τις σκιές και τα φοβερά πράγματα που κρύβουν.

«Η ευτυχία μπορεί να βρεθεί ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές, αρκεί κάποιος να θυμηθεί να ανάψει το φως!»
~~~
Michael Gambon ως Albus P.W.B. Dumbledore

 

 

Advertisements

Τα εν οίκω εν δήμω

Posted: Φεβρουαρίου 19, 2013 in Ελεύθερα Κείμενα

Τα εν οίκω εν δήμω.

Πάντοτε μου άρεσε η φράση «Τα εν οίκω Μη εν δήμω», νεοελληνιστί «Τα ενδοοικογενειακά μην τα κοινολογείς». Η εποχή μας όμως και η αδηφάγος φιλοσοφία η οποία την διέπει με κάνει να αναρωτιέμαι, ομολογώ όλο και πιο συχνά, για το πόσο μακριά μπορεί να έχει φτάσει μια ολόκληρη κοινωνία από την ίδια της την φυσική λειτουργία και υπόσταση. Η αισχύνη έχει ανάγκη ένα υποκείμενο. Ένα πλήρες, αποπολιτικοποιημένο υποκείμενο. Αυτό το υποκείμενο στις μέρες μας είναι ο ιδιώτης. Η λέξη ιδιώτης όμως, ας μην ξεχνάμε ότι σε πολλές γλώσσες παγκοσμίως σημαίνει ο ηλίθιος. Ηλίθιος τώρα, είναι ο άνθρωπος ο οποίος δεν αρμόζει σε μια συγκεκριμένη συνθήκη ή περίσταση.

Είναι άγριος βιασμός για το κάθε άτομο να αποτελεί καθημερινά κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας η οποία εν τέλει δεν γνωρίζει ποιο είναι το πρόβλημα της, πολύ απλά επειδή δεν δύναται. Έχει παραχωρήσει μια παρωχημένη εξουσία  στην έννοια της δημοσιογραφίας, η οποία με τη σειρά της  και όντας οργανωμένη μέσα στο συγκεκριμένο πάσχον κοινωνικό μοντέλο, έχει αναλάβει τον ρόλο του μεγάλου κριτή και όλα αντικατοπτρίζονται στην κοινωνία μέσα από το δικό της πρίσμα. Όπως είπε όμως ο Γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας Henri Béraud, «Η δημοσιογραφία είναι ένα επάγγελμα στο οποίο περνάει κανείς τη μισή του ζωή μιλώντας για πράγματα που δεν ξέρει και την άλλη μισή σωπαίνοντας γι’ αυτά που ξέρει.»

Διάβασα πρόσφατα σε μια ανάρτηση στο διαδίκτυο για την έλλειψη κοινωνικής εξωστρέφειας και προβληματίστηκα. Είναι άραγε η εξωστρέφεια αυτό που λείπει από την κοινωνίας μας; Ή μήπως το κομμάτι το οποίο απουσιάζει είναι το ακριβώς αντίθετο; Βαλλόμαστε σε καθημερινή βάση, ως προσωπικότητες, από φληναφήματα και χυδαίες μωρολογίες (αν δύναται να υπάρξει ένας τέτοιος συνδυασμός λέξεων) παντός περιεχομένου. Βιώνουμε μια καθημερινότητα μέσα στην οποία το κάθε άτομο καλείται να εκθέτει συνεχώς την προσωπική του λειτουργία προκειμένου να αποδείξει στο αδηφάγο κοινό του, το οποίο τον παρακολουθεί μέσα από το προαναφερθέν πρίσμα, πως πολύ απλά δεν είναι ελέφαντας. Με λίγα λόγια, τα εν οίκω εν δήμω.

Λείπει όμως αυτή η λέξη που δίνει ουσία στην παραπάνω φράση.

Αντώνης Μπαλλής

Είμαστε μόλις 16 χρονών όταν ο Βαγγέλης μου έδωσε μια τσαλακωμένη σελίδα με στίχους. Ο τίτλος έλεγε «Kaleidoscope». Είχε δει μέσα στο καλειδοσκόπιο του, και αποτύπωσε όλα τα οπτικά παιχνίδια με μία κιθάρα σε ένα τραγούδι γεμάτο εικόνες. Έτσι μου έδωσε το καλειδοσκόπιο- το τραγούδι αλλά και την σπίθα στην φαντασία μου- για να κοιτάξω και εγώ με την σειρά μου, ώστε να βρώ τις δικές του εικόνες και να δημιουργήσω τις δικές μου οφθαλμαπάτες. Έτσι κι αλλιώς, το καλειδοσκόπιο δεν θα δείξει ποτέ ακριβώς το ίδιο θέμα με αυτό που είδε ο προηγούμενος.

Βέβαια τότε είμαστε μικρά παιδία, και όσο και αν μας ενέπνεε το καλειδοσκόπιο, οι μουσικές και τα γούστα αλλάζανε πολύ γρήγορα, και όπως είναι λογικό αυτό συνέβει και στην αντίληψη μας για αυτό το μαγικό κυάλι. Έτσι το τραγούδι έμεινε χωρίς μουσική καταχωνιασμένο σε στοίβες ανάμεσα σε σκονισμένες ιδέες και στίχους που ακόμα και σήμερα δεν έχουν ξαναδιαβαστεί ποτέ.

Πρίν περίπου ένα χρόνο αναπολώντας τις σχολικές μου εμπνέυσεις ξέθαψα ένα τραγούδι που μου έφερε στο μυαλό εποχές που σχεδόν είχα διαγράψει. Το διάβασα, το ξαναδιάβασα, το φαντάστικα και το τραγούδισα. Τελικά κατάφερα να ανασύρω το καλειδοσκόπιο από το μπαούλο του μυαλού μου και βάλθηκα να το περιεργάζομαι και να κοιτάω, μέχρι που ξετυλίχθηκε μπροστά μου ο υπέροχος κόσμος του. Το Κaleidoscope απέκτησε σάρκα και οστά!

Αργότερα όταν άκουσα πως υπάρχει ένα περιοδικό ονόματι «Καλειδοσκόπιο», η πρώτη μου σκέψη ήταν, «τι να έχουν δει άραγε αυτοί μέσα από το καλειδοσκόπιό τους» ;

Το τραγούδι που ακολουθεί, αφήνεται στην διακριτική ευχέρια του καθένα, να το κρίνει ώστε να το καταδικάσει σε ισόβια κάθειρξη στον βούρκο των χαζοτράγουδων, ή να το αθωώσει και να του δώσει μια θέση στον παράδεισο που θα το τραγουδούν τα χερουβείμ. Μπορεί επίσης,  παρόλο που έχει μελοποιηθεί, να αποκτήσει μουσική και ρυθμό στο μυαλό του οποιουδήποτε σύμφωνα με την εντύπωση, την αδιαφορία, το  ενδιαφέρον ή και άγνοια που προξενεί. Έτσι κι αλλιώς αυτή είναι η μαγεία. Ποτέ δεν θα δούμε τα ίδια κοιτώντας μέσα από το καλειδοσκόπιο.

Kaleidoscope in the sky
Dazed my eyes tonight
I saw beautiful, confused my mind
Vanilla sky

Μεσ’ τα ονειρά μου όλα είναι λίγο πιο απόμακρα, από μακριά
Σαν σε καλειδοσκόπιο τα χρώματα κι’ εικόνες εναλλάσονται, ανοίγονται
Μαγικά και ανήμερα όλα είναι στο σήμερα, αλήθινα και ψεύτικα
Τρέχω μα δεν φεύγω, το πάτωμα κυλά κάτω απ’τα πόδια μου, και χάνετε

Γεμάτοι οι ουρανοί απ’όνειρα και αισθήματα
τα εφήμερα μας κάνουνε να νιώθουμε παιδιά
Ρε παιδιά μην το αφήνετε, μην κλαίτε και μην κλείνεστε
σε λαβυρίνθους που ονομάζονται ναρκωτικά
Μ’όλα αυτά που κάνουμε μα είναι τόσο απλά
αποβάλουμε τους μύθους και τα ερωτηματικά
Μεσ’τη θάλασσα ξεχύνομαι, σαν πιτσιρίκι δίνομαι
μπαίνω στα βαθιά σε περιπέτειες ξανά

One like rose and one like shield
in the bottom one like field

The place where all the places
on earth meet
Seen from different angles
without getting mixed

Kaleidoscope….

Γρηγόρης Ζαμπέλης

                     

 

Ξύπνησα τουρτουρίζοντας σε κάτι κρύα πλακάκια. Το κεφάλι μου δεν εστιάζει και όλα γύρω μου γυρνάνε, πέφτουν, αναποδογυρίζουν. Κοντοστέκομαι. Ηρεμώ. Παίρνω τις ανάσες μου. Ποιος είμαι; Που είμαι; Σηκώνομαι σιγά-σιγά και παρατηρώ πως είμαι γυμνός σε ένα κόκκινο δωμάτιο με κάτι noir αφίσες στον απέναντι τοίχο. Ακόμα ζαλισμένος βάζω πρόχειρα το τζιν που βρίσκω πιο πέρα πεταμένο και γυρνώ προς το κρεβάτι… Ποια είναι αυτή; Γιατί είναι τόσο όμορφη; Θέλω να την πιάσω. Μακάρι να μην είναι πόρνη. Μακάρι να μην είναι κάποιο κακόγουστο αστείο. Μακάρι να μην είναι άγγελος. Μακάρι να μην είναι παραίσθηση. Μακάρι να είναι αληθινή. Πάω να την αγγίξω αλλά βλέπω αίματα στα χέρια μου. Αίματα στο πάτωμα, αίματα και στο τζιν. Τρομάζω. Θέλω να φύγω. Να την αφήσω ήσυχη. Να είναι μακριά μου. Με κομμένη την ανάσα τρέχω στο μπάνιο. Πονάω παντού. Ξεπλένω το αλκοόλ από το στόμα μου και βάζω betadine σε μία βαθιά πληγή στο πάνω χείλος. Τσούζει αλλά είναι ανάγκη. Γυρνάω την πλάτη και βλέπω πως είναι γεμάτη ξεραμένα αίματα. Πιάνω το κεφάλι μου και ψηλαφίζω έντρομος ένα τραχύ καρούμπαλο.

 blood

Τα κατακόκκινα μάτια είναι τελικά το μοναδικό φυσιολογικό πράγμα πάνω μου. Κάνω ένα καυτό μπάνιο να κλείσουν οι πληγές. Πονάει αλλά είναι ανάγκη. Σκουπίζομαι, ντύνομαι, στέλνω ένα απαλό φιλί στην οπτασία που κοιμάται στο κρεβάτι και ξεκινάω να βρω τον εαυτό μου. Βγαίνω στο δρόμο. Έχει αποπνικτική ζέστη αλλά νιώθω ελεύθερος και σίγουρος για πρώτη φορά. Ο αέρας της ανεμελιάς με κατακλύζει ενώ ανοίγω το κινητό και καλώ την πρώτη επαφή : «Αντριάννα Μόκουμπα». Μονολογώ «τι στο καλό-στο σύμπαν του YU-GI-OH ξύπνησα;» μέχρι που μου απαντάει μια κοπέλα. Ήμασταν λέει φίλοι παλιά αλλά την εγκατέλειψα γιατί λέει «δεν είχα χρόνο για αυτήν και τις βλακείες της». Τσαντισμένη που τολμάω και την καλώ μου το κλείνει. Αρχίζω και βαριανασαίνω. Μετά από λίγο πέφτω σε ένα σχετικά οικείο ψιλικατζίδικο. Η ιδιοκτήτρια με μίσος με ρωτάει «Τι θέλεις;». Την ρωτάω αν γνωριζόμαστε. Μου λέει πως παλιά ερχόμουν και αγόραζα κόμιξ αλλά μετά έσπασα απότομα. Φεύγω πριν με λιντσάρει. Με γουρλωμένα μάτια καλώ την επαφή «Mamma Mia» αναζητώντας μία νησίδα βοηθείας. Απαντάει μία κυρία που μόλις ακούει τη φωνή μου βάζει τα κλάματα. Με ρωτάει που είμαι, γιατί δεν της μιλάω και τι κάνω. Της το κλείνω παγωμένος. Δεν έπρεπε αλλά ήταν ανάγκη. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Τι έχω κάνει; Πόσο χρονών είμαι; Υπάρχει κανένας δεσμός με το παρελθόν που δεν έχω κόψει; Τι έχω απογίνει; Ανοίγω το κινητό να ψάξω φωτογραφίες. Βλέπω τον τύπο από τον καθρέφτη του μπάνιου περιτριγυρισμένο από διάφορα χαμογελαστά πρόσωπα σε διάφορα μέρη. Κοιτάω ημερομηνίες. Η τελευταία φωτογραφία είναι 1,5 χρόνο πριν. Μα γιατί; Λυπάμαι και βουρκώνω. Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Γιατί δεν τους θυμάμαι; Τραβάω για το σπίτι. Δεν θυμάμαι που είναι το σπίτι. Αρχίζω και τριγυρίζω. Σαν μύγα χωρίς κεφάλι. Δεξιά. Αριστερά. Πάλι δεξιά. Πέφτω κάτω. Σηκώνομαι. Ξεκουράζομαι. Πανικοβάλλομαι και σηκώνομαι. Μήπως είναι νεκρή η κοπέλα στο σπίτι. Μήπως χρειάζεται βοήθεια. Μήπως την δολοφόνησα. Μήπως έχω πάρει ναρκωτικά. Μήπως πουλάω ναρκωτικά. Μήπως δραπέτευσα από τη φυλακή. Δεν αντέχω και σωριάζομαι κάτω. Δεν πρέπει αλλά το έχω ανάγκη. Δίπλα μου περνάνε αυτοκίνητα με ταχύτητα του ήχου. Με περιτριγυρίζουν αιμοβόρα κουνούπια. Τα μισώ. Τα πολεμώ. Με ότι δύναμη μου έχει απομείνει προσπαθώ να τα διώξω. Ο κωλοιδρώτας και το γαμημένο αλάτι του τσούζει τις πληγές. Πονάω και πάλι. Δεν έχω άλλες δυνάμεις. Εγκαταλείπω την μάχη και αφήνω τα κουνούπια να με φάνε ζωντανό. Που να σας κάτσει στο λαιμό σκέφτομαι μα δεν έχω δύναμη να τα φοβερίσω. Ένα σκυλί έρχεται και με γλύφει παρηγορητικά. Το αγαπώ αυτό το σκυλί. Ένας αλήτης μου κλέβει το κινητό μέσα από τα χέρια μου. Καλορίζικο σκέφτομαι και με νοιάζει μόνο να μην παρενοχλήσει την «Αντριάννα Μόκουμπα». Ένα κομμάτι του παρελθόντος μου που δεν χρειάζεται να σαπίσει μαζί μου. Ας μείνει έτσι ατόφιο, άγνωστο και όμορφο όπως είναι τώρα. Δεν βγάζω λογική. Δεν με νοιάζει αν βγάζω λογική. Κλείνουν τα μάτια μου. Δεν θέλω να χάσω τον έλεγχο. Αγωνίζομαι να τα κρατήσω ανοιχτά. Αγωνίζομαι να τα κρατήσω χρήσιμα. Μετά αναρωτιέμαι τι τα χρειάζομαι. Τα κλείνω και προσπαθώ να θυμηθώ γιατί εγκατέλειψα τα πάντα. Είμαι κοντά στην απάντηση μα κάτι φωνές διακόπτουν την σκέψη μου. Ακούω οχλοβοή. Ακούω ανθρώπους. Δεν ακούω πια. Δεν βλέπω. Όλα χάνονται. Δεν αισθάνομαι τίποτα. Απολύτως τίποτα. Μακάρι…

Nίκος Νακόπουλος

(

Η Ποίηση ξέρετε είναι μια ανάγκη για έκφραση που δε λογαριάζει γλώσσα, συντακτικούς κανόνες και κανόνες δομής. Από τότε που καταρρίφθηκαν οι νόρμες (ομοιοκαταληξία, ρυθμός κλπ.) και θριάμβευσε ο ελεύθερος στίχος, σκοντάφτουμε πάνω σε διαμάντια που βροντοφωνάζουν μια δική τους μοναδική δομή, ένα ρυθμό που δεν κατατάσσεται σε κατηγορίες και μια χρήση της γλώσσας πάντοτε άκρως σαγηνευτική. Ακολουθεί ένα ποίημα γραμμένο στην αγγλική γλώσσα από τη φίλη μου Αργυρώ το οποίο δεν κατατάσσω πουθενά, διότι οποιαδήποτε απόπειρα χαρακτηρισμού του ως απαισιόδοξο-αισιόδοξο κλπ. αφαιρεί αυτόματα από το κείμενο την ουσία του. Ένα υπερβατικό ποίημα με την πιο διάσημη, την πιο τρανή και κλασσική θεματολογία που προβλημάτισε, πάθιασε και κινητοποίησε καλλιτέχνες και καλλιτέχνες… Αν κάτι σας είπε, προτείνω για συνέχεια την ταινία «The Fountain», μιας και αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη μόλις το διάβασα…

Πολύτιμη Μητσάκου

)

Ιn our last lines

Bitterness on my lips…a taste of life.
Like sugar holding hands with pain,
salt in every serving of my joy.
A jest for sure.
We are condemned to know less and less of happiness
while sinking deeper and deeper in despair
Unfortunate how terror-inspiring our fragility really is…
let’s talk of youth, love, honour; like porcelain
ready, expecting us to be poured in it
in colours, emotions and soul.
Until everything breaks.

All achievements, all strife in vain
all in hope of a standing ovation
and in time we are only applauded by death
already full of our bones.
Satisfaction curiously enough appears in dying
not the bloody messy part, not that…
but the endlessness of not being,
not trying, not failing.
Such a long rest for such a tiny amount of effort.
Must be bliss.

We are so inconsequential to the last of our breaths,
soil for flesh and dust for blood;
saddening, so saddening.
Earth to earth, ashes to ashes, dust to dust;
no exceptions
no hope.
Goodbyes smelling of a winter sadness…
must be the prayers of those who freeze.
I would rather pray for cold.
let’s all be bold and vain from now on…
let’s all wish on our last lines as if they were falling stars…
that ought to count for something.

Immortality.

Αργυρώ Μούτση

 

«A, μου έκανε αναπάντητη η Μάρθα. Κάτσε να την πάρω να δω τι θέλει. Πρέπει όμως να ανεβώ σε κάποιο δέντρο για να έχω καλό σήμα και να μιλάμε πιο άνετα. Στην ίδια πόλη είμαστε δεν πρέπει να ανεβώ και πολύ ψηλά. Αυτή εδώ η νεραντζιά μου κάνει ας πούμε. Έλα Μάρθα, τι γίνεται; Πως πάει; »

Αυτός ήμουν εγώ. Με λένε Στέφανο και η παραπάνω σκηνή είναι παρμένη από την καθημερινότητα μου. Πάσχω από το σύνδρομο ‘δεντροαναρρίχησης’. Είμαι μοναδική περίπτωση στον κόσμο μαζί με τον τύπο που είχε λόξυγκα για 68 χρόνια ή τον τύπο που καίει ολόκληρα έπιπλα για να ανάψει ένα τσιγάρο. Από την ηλικία των 16 που έπιασα κινητό στα χέρια μου έχω αυτήν την ψυχαναγκαστική εμμονή πως για να μιλήσω με κάποιον πρέπει να ανεβώ ψηλά σε κάποιο δέντρο. Ο ψυχολόγος μου λέει πως συμβολίζει μία προσπάθεια εντυπωσιασμού του αποθανόντος στριπτιζέζ πατέρα μου από τον οποίο δεν μπόρεσα να ζητήσω συγγνώμη που δεν ακολούθησα τα ένδοξα βήματα του. Οι φίλοι μου προσπαθούν να με ρίξουν ουρλιάζοντας ευφάνταστες ατάκες όπως «βούτα με μπόμπα» ή «κάνε ανάποδο backflip ρε μαλακισμένο» και άλλες τέτοιες ομορφιές. Δοκίμασα ψυχοθεραπεία, , ρεφλεξελογία, παραφιλολογία, μαγεία μαύρη αλλά και άσπρη ,άσπρη σκόνη, εργασιοθεραπεία, θεραπειοεργασία, βότανα, ΜcDonalds, χορτοφαγία, κοπρολαγνία, υπνωτισμό, βελονισμό, μιμιτισμό, προσηλυτισμό και γενικά πολλά πράγματα με κατάληξη –ισμός και –ία και παραδόξως τίποτα από αυτά δεν έχει βοηθήσει. Εκτός από τον μανιχαισμό. Μετά ξέχασα όμως γιατί οπότε στράφηκα σε νέες λύσεις. Έτσι μία μέρα πήγα σε έναν αφρικανό γεροσοφό ο οποίος μου άνοιξε τα μάτια. «Πρέπει να ανεβείς τον Λυκαβηττό γυμνός, χορεύοντας τσάμικο, έχοντας 2 ζωντανά κοτόπουλα στα χέρια σου τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας ». Και αυτό θα με θεραπεύσει ? «Όχι, αλλά δεν θα είχε πλάκα;» Όχι δεν μου άνοιξε εδώ τα μάτια, εδώ απλά με δούλευε ο παλιο-Ραφίκι! Μου άνοιξε τα μάτια όταν έβαλε το χέρι του πίσω από το μάτι μου για να δει τι χρώμα είναι ο εγκέφαλος μου.  Ή μήπως όχι; Είχα πάρει την άσπρη σκόνη εκείνη την μέρα και όλα είναι λίγο θολά. Βλέπετε έβαλα ο μαλάκας το αλεύρι στα μάτια μου και δεν έβλεπα καλά. Σκεφτείτε ότι ήμουν τόσο χάλια που αντί να αγοράσω τζιν Levi’s αγόρασα τζιν Tangeray. Tόσο χάλια που αντί να αγοράσω Cosmopolitan αγόρασα Καλειδοσκόπιο. Τόσο χάλια που αντί να αγοράσω ρύζι πούλησα τα μαλλιά μου. Όταν συνήλθα μετά από μισή ώρα πήγα σε μία γριοσοφή επίσης. Η καταγωγή της από τα Σέκλανα. Όχι δεν έκλανα κανέναν, περιοχή στην δυτικοανατολική Ελλάδα είναι! Αυτή με διαφώτισε. «Άκου μανίτσα μου. Έχεις πρόβλημα. Σε έχουν ματιάσει. Για να ξεματιαστείς πρέπει ,μάτια μου, να βγάλεις τα μάτια σου με μία μη-ματωμένη κοπέλα με μυτερή μύτη, μεγάλα μάτια και τεράστια στήθια. Μην τα θεωρείς μάταια όλα αυτά, είναι πολύ σημαντικά». «Μεγάλα βυζιά γιατί αλήθεια;» ρώτησα εγώ όλο απορία. «Ε πως αλλιώς θα σου σηκωθεί;». «Α ναι σωστά» είπα εγώ και έφυγα τρέχοντας. Για να μην τα πολυλογώ γύρισα μετά από λίγο καθώς κατάλαβα το έμμεσο πέσιμο της γριάς και πήγα μαζί της για να δω αν έχει το ζουμί. Τελοσπάντων η αλήθεια είναι πως αυτό το κείμενο δεν τελείωσε όπως θα περίμενες ε ???

 

Επιστροφή στην μεγάλη πόλη με τα χιλιάδες πρόσωπα κι είναι απ’τις μέρες που σέρνω τα βήματα μου χωρίς τέμπο , με έναν απροσδιόριστο ρυθμό, όχι σαν άλλοτε που σιγοτραγουδάω μέσα μου το τικ-τακ του ρολογιού ασυναίσθητα, χωρίζοντας το σε μικρότερες αξίες και παράγοντας ρυθμικές μελωδίες που δεν θα ακουστούν ποτέ…αρκούν για να στολίζουν τις βαρετές μου διαδρομές. Παραπατάω στις ξηλωμένες πλάκες των πεζοδρομίων και με κατακλύζει μια ακατάσχετη επιθυμία να περπατήσω με γυμνά πόδια πάνω στην καυτή απτό πρωινό ήλιο άσφαλτο με την ελπίδα πως ίσως νιώσω στα ευαίσθητα νεύρα μου μιαν υπόγεια ασταμάτητη κίνηση και το ρυθμό αυτού του δρόμου, του τετραγώνου και της πόλης ολόκληρης. Κάπου κάπου τα βήματα μου σταθεροποιούνται πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου που γλίτωσαν την οργή κάποιου ή το πέρασμα του καιρού και διατήρησαν την τάξη τους, μα τώρα έχω αυτή την αλλόκοτη αίσθηση ότι αφήνω πίσω μου αποτυπώματα βαθειά πάνω στο στέρεο δάπεδο…νιώθω η ίδια βαριά, σαν τσιμεντένια. Σαν κάτι να μου βαραίνει το κεφάλι μαζί με τον ουρανό που τώρα ετοιμάζεται να ποτίσει τον κήπο του…είναι αυτή η κοτρώνα που καταπίνω σαν χάπι κάθε μέρα και έχει σκαλισμένες πάνω στις σαγρέ της επιφάνειες διαφημίσεις από περιοδικά, υπέροχες ζωές και πασαρέλες. Αισθάνομαι αυτό το βάρος της κενότητας του να ψάχνεις τον εαυτό σου ανάμεσα σε αψεγάδιαστα πρόσωπα, καλογυμνασμένα κορμιά, ιδανικά ρομάντζα με χάπι εντ και αμερικάνικα όνειρα. Σέρνω τα βήματα μου στο κέντρο μιας πόλης αδειανής στο μέσο του Αυγούστου χαζεύοντας τον κόσμο να μπαινοβγαίνει σε εμπορικά και καφέ μέχρι που ένα προτεταμένο χέρι μου διακόπτει την ευθεία της διαδρομής μου. Ασυναίσθητα σκέφτομαι πως ακόμη κι αυτό το θλιμμένο παιδικό βλέμμα που αντικρίζω εμπρός μου είναι μέρος μιας επιχείρησης επαιτείας, ενός κυκλώματος εξαπάτησης και επουδενί δεν βγάζω ένα ψωροκέρμα να του πετάξω μέσα στο αδειανό βρώμικο κυπελλάκι του. Μόνο που πίσω απ αυτή την υποψία εξαπάτησης βλέπω το ασθενικό του κορμί να το ντύνουν οι βρομιές του δρόμου , η απλυσιά πολλών ημερών, δυο κουρέλια σε μικρότερο μέγεθος και η αδιαφορία ενός ολόκληρου κόσμου. Πριν τελειώσω τη σκέψη μου έχω κιόλας προσπεράσει αυτή και κάθε άλλη σκηνή που μου αποδεικνύει ότι δεν έχω πάψει να νιώθω αλλά μου υπενθυμίζει και την απόσταση που κρατάω απέναντι σε όσα με φοβίζουν. Φόβοι που θα καμουφλαριστούν από δύο στρώσεις ακριβής πούδρας πριν καν προλάβουν ν αφήσουν το ίχνος τους και από λίγες ακόμα αγορές όσων (δεν) χρειάζομαι μήπως και αυτή η δήθεν αίσθηση πολυτέλειας με απομακρύνει λίγο ακόμα απτό τρόμο της μιζέριας. Η ζωή συνεχίζεται κι έχω τις γεμάτες σακούλες των πολυκαταστημάτων στα χέρια μου να σβήνουν την αμυδρή ενόχληση στη συνείδηση μου απτό σώμα του κοιμώμενου άστεγου που κείται έξω απ’τις βιτρίνες. Κι αν ο αργόσυρτος ρυθμός του καλοκαιριού κάνει μια πολύβουη πόλη να καταλαγιάζει και να μοιάζει με παρατημένο σκηνικό τίποτα δεν έχει σταματήσει να κινείται ή μάλλον τίποτα και κανείς δεν έχει σταματήσει να καταναλώνει και να καταναλώνεται στην άσκοπη καταδίωξη μιας υλικής ευτυχίας. Η ζωή συνεχίζεται…