Archive for the ‘Book’ Category

The City in the Sea

Lo! Death has reared himself a throne

In a strange city lying alone

Far down within the dim West,

Where the good and the bad and the worst and the best

Have gone to their eternal rest.

There shrines and palaces and towers

(Time-eaten towers that tremble not!)

Resemble nothing that is ours.

Around, by lifting winds forgot,

Resignedly beneath the sky

The melancholy waters lie.

No rays from the holy heaven come down

On the long night-time of that town;

But light from out the lurid sea

Streams up the turrets silently-

Gleams up the pinnacles far and free-

Up domes- up spires- up kingly halls-

Up fanes- up Babylon-like walls-

Up shadowy long- forgotten bowers

Of sculptured ivy and stone flowers-

Up many and many a marvelous shrine

Whose wreathed friezes intertwine

The viol, the violet, and the vine.

Resignedly beneath the sky

The melancholy waters lie.

So blend the turrets and shadows there

That all seem pendulous in air,

While from a proud tower in the town

Death looks gigantically down.

There open fanes and gaping graves

Yawn level with the luminous waves

But not the riches there that lie

In each idol’s diamond eye-

Not the gaily- jewelled dead

Tempt the waters from their bed;

For no ripples curl, alas!

Along that wilderness of glass-

No swellings tell that winds may be

Upon some far-off happier sea-

No heaving hint that winds have been

On seas less hideously serene.

But lo, a stir is in the air!

The wave- there is a movement there!

As if the towers had thrust aside,

In slightly sinking, the dull tide-

As if their tops had feebly given

A void within the filmy Heaven.

The waves have now a redder glow-

The hours are breathing faint and low-

And when, amid no earthly moans,

Down, down that town shall settle hence,

Hell, rising from a thousand thrones,

Shall do it reverence.

 

Ένα απόγευμα με την Γιασμίνα Ρεζά

«La route du Bonheur est peut-etre la route de l’ oubli».[1]

 

Βήμα νευρικό, αναπνοή κομμένη ˙ για άλλη μια φορά έχω καθυστερήσει. Όμως με το που μπαίνω στο μέγαρο της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών οι κτύποι της καρδιάς μου καταλαγιάζουν. Η απαλή φωνή της Γιασμίνας Ρεζά, με την ακαταμάχητη γαλλική προφορά, με εισάγει αυτομάτως στα άδυτα της λογοτεχνίας… Μιλά ανεπιτήδευτα εκφράζοντας τα εσώτερα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό εξάλλου δεν διακρίνει τον αληθινό συγγραφέα από τον πολυρρήμονα γραφιά;

Για το βιβλίο…

«Γιατί είναι τόσο ανεπαρκής η ζωή ; Γιατί είναι ανεπαρκής. Αλλιώς δεν θα καταφεύγαμε στα βιβλία. Μέσω αυτών γευόμαστε έντονες συγκινήσεις και νιώθουμε πραγματικά ζωντανοί». Συνεχίζει να απαντά στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου Γιώργου Αρχιμανδρίτη, αλλά πλέον η στιχομυθία αντηχεί στα αυτιά μου όπως οι χαλαρές συζητήσεις που ακούς σε ένα τυπικό café στο Saint Germain… Πράγματι σε «στεγνές συναισθημάτων» περιόδους, τα βιβλία λειτουργούν ως το νερό που μπορεί να με συντηρήσει στην ζωή. Όταν πάλι ο έρωτας, η επιτυχία και η ευτυχία με γεμίζουν, είναι αδύνατον να συγκεντρωθώ στην ανάγνωση. Η κάθε λέξη γλιστρά σκανταλιάρικα, σφαλίζοντάς μου την είσοδο στον κόσμο του συγγραφέα. Στο σημείο αυτό η συγγραφέας αναφέρεται στον επίλογο του θεατρικού έργου «Θείος Βάνιας», του αγαπημένου της Άντον Τσέχωφ: «…πρέπει να ζήσουμε. Εμείς θα ζήσουμε». Η ζωή πολλές φορές μπορεί να φαντάζει άνοστη, ενδεής ενδιαφέροντων γεγονότων ˙ τότε ο άνθρωπος, εφόσον «πρέπει να ζήσει», εφευρίσκει ποικίλες φόρμουλες: θέτει στόχους, παρασύρεται σε πάθη, ασχολείται με την πολιτική, επιλέγει να παίξει κάποιο ρόλο για να καλύψει το μάταιο της ύπαρξης. Για την Γιασμίνα Ροζέ η φόρμουλα αυτή είναι να συγγράφει, να συμμετέχει στην δημιουργία θεατρικών και κινηματογραφικών έργων, να διαβάζει Σαίξπηρ, Μπόρχες, Καβάφη…

 

Για την πολιτική…

Όταν ο δημοσιογράφος την ρωτά για το έργο της «Αυγή, βράδυ ή νύχτα», το οποίο συνέταξε ακολουθώντας κατά πόδας τον Νικολά Σαρκοζί κατά την διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, εκείνη αποκρίνεται ότι οι συγγραφείς είναι πιο δυνατοί από τους πολιτικούς. Οι πρώτοι μένουν αθάνατοι διότι δημιουργούν μία ύπαρξη, γεννούν ήρωες που ζουν αιώνια και επηρεάζουν τις μάζες στο διηνεκές. Ενώ οι πολιτικοί καθορίζουν το φθαρτό και προσωρινό παρόν. Αυτό που τής προκάλεσε εντύπωση καθώς παρακολουθούσε τον γάλλο Πρωθυπουργό, είναι ότι η πολιτική δεν αποτελεί την Ιθάκη για τους εμπλεκόμενους, αλλά ένα ναρκωτικό που τούς κρατά συνέχεια σε υπερδιέγερση. Μία ακόμα φόρμουλα για να αισθανθεί κάποιος ζωντανός.

 

 

 

Η αποστασιοποίηση

Η Ρεζά προτιμά όταν γράφει να διατηρεί μία αποστασιοποιημένη στάση. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ απόλυτα δίκαιος ή απόλυτα άδικος. Γι’ αυτόν τον λόγο σκύβει από πάνω του με μία ουδέτερη, ανθρωπιστική ματιά και καταγράφει τους χαρακτήρες της με κατανόηση. Στο έργο της «Ο Θεός της σφαγής» («Carnage», το οποίο κινηματογραφήθηκε από τον Ρομάν Πολάνσκι το 2006) θίγει το θέμα των ανήλικων που ασκούν βία στους συνομηλίκους τους. Τα παιδιά δεν εμφανίζονται ως άγγελοι μόνο και μόνο επειδή ανήκουν στην τρυφερή ηλικία. Επιπλέον τονίζεται ότι η κάθε μεριά, όχι μόνο του θύματος αλλά και του θύτη, έχει τα ελαφρυντικά της. Αντιστοίχως η συγγραφέας δεν ανάγει το άτομο σε ήρωα ή εγκληματία, καταδεικνύοντας ότι η ανθρώπινη φύση είναι αδύναμη και ευάλωτη.

 

Για την Τέχνη…

Στο ερώτημα αν η Τέχνη είναι η αναζήτηση του άλλου απαντά ότι οποιοδήποτε πιστεύω που μας κάνει να αποφύγουμε την μοναξιά είναι μια πλάνη. Ο λόγος; «Πάντα είσαι μόνος με τον εαυτό σου».  Στριφογυρίζω ανήσυχη στο κάθισμά μου: από πού αντλεί αυτή την δύναμη ώστε να αποδέχεται τις πιο σκληρές αλήθειες με πειθήνια ηρεμία; Η Γιασμίνα Ρεζά πιστεύει στο θείο, υπό την έννοια ότι εφόσον κάποιος μπορεί να προκαλεί την διανόηση μέσω της Τέχνης, δεν είναι όλα μάταια. «Όταν είδα σήμερα το πρωί τον Παρθενώνα συγκινήθηκα τόσο βαθιά ώστε πιστεύω ότι υπάρχει μία ανώτερη δύναμη στον κόσμο».

Η τελευταία ερώτηση με ξάφνιασε. Αφορούσε το δίλημμα «Ποιος έχει την τελευταία λέξη: η Ζωή ή η Τέχνη;». Μετά από μία δίωρη ομιλία που εξυμνούσε τις Τέχνες, η ομιλήτρια αποκρίθηκε χωρίς δισταγμό: η Ζωή έχει πάντα την τελευταία λέξη.

 

(Τα έργα της Γιασμίνας Ρεζά «Ο Θεός της σφαγής» και «Αυγή, βράδυ ή νύχτα» έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Εστία».)

 

 

 

Πριν από κανά δίμηνο είδα επιτέλους την πολυσυζητημένη «We need to talk about Kevin». Η ταινία ήταν ένα αριστούργημα. Η μητέρα-κεντρική ηρωίδα ήταν συγκινητική. Από πολύ νωρίς κερδίζει τη συμπαθειά-συμπόνοια του κοινού αλλά δεν το εκμεταλεύεται. Δεν εκδραματίζει κάθε μικρό γεγονός. Δεν χώνεται στα γονατά της κλαίγοντας σιωπηλά σε ένα άδειο ημιφωτισμένο δωμάτιο για να μας πάρει με το μέρος της. Απλά παίζει όσο πιο ειλικρινά γίνεται μια μητέρα η οποία ακροβατεί με την ανυπαρξία πάνω σε ένα σχοινί από τεντωμένα κοινωνικά «πρέπει» μετά την ασυγχώρητη ενέργεια του γιου της.

Ο γιος της ο Κέβιν; Ο σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενος Ezra Miller έπαιξε άψεγάδιαστα και έχει όλο το μέλλον μπροστά του να μας δείξει το ταλέντο του anytime, anywhere. Tρίτο υψίστης σημασίας σημείο της ταινίας είναι η σκηνοθεσία. Έξυπνες εναλλαγές, μυστήριο,αποκαλύψεις, χρώματα, σκοτάδι, πάλι χρώματα, παιχνίδι με το χρόνο,παιχνίδια με την κάμερα και άλλα πολλά σε προκαλούν να έχεις τη προσοχή σου διπλοκαρφωμένη στην οθόνη και μονίμως σε ετοιμότητα να ρουφήξεις το επόμενο καρέ. Η σκηνοθεσία-μοντάζ μου θύμισε «Requiem for a dream». Γενικώς είχα την καλύτερη δυνατή εντύπωση μέχρι που διάβασα μετά στο IMDB πόσο καλύτερο ήταν το βιβλίο.

Την επόμενη μέρα άρπαξα 20 ευρώ και πριν χτυπήσω την κάρτα μου στο αναγνωστήριο για το καθιερωμένο 8ωρο πήγα στον Παπασωτηρίου και το γράπωσα. Σκληρόδετο εξώφυλλο σε ασπρο-μαύρα χρώματα με ένα μελαχρινό παιδάκι να κοιτάει το πάτωμα σε στυλ Κέβιν. Παραβλέπω ένα απαίσιο γραφιστικό λάθος στις σκιές των ποδιών του και προχωράω στο αιμοσταγές κόκκινο οπισθόφυλλο του. Προειδοποιώ εδώ όποιον δεν έχει δει την ταινία να μην διαβάσει τι λέει καθώς περιέχει ένα εγκληματικό spoil ! Μέσα στην τσάντα τελοσπάντων και τα ξαναλέμε όταν τελειώσει η εξεταστική φίλε.

 

Το βιβλίο εκτυλίσσεται με την Ίβα να γράφει γράμματα στον πρώην συζυγό της. Κάθε ένα κεφάλαιο ξεκινάει με την ημερομηνία και την προσφώνηση ‘Αγαπημένε μου Φράνκλιν’. Αυτό ελάχιστη σημασία έχει όμως. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η Ίβα κόρη μίας αγοραφοβικής μητέρας έμαθε από πολύ μικρή να τα βγάζει μόνη της με οτιδήποτε ξένο. Μέρος ή άνθρωπο. Έχοντας κάνει μερικά ταξίδια μακρυά από την Αμερική ανοίγει μία μικρή επιχείρηση με όνομα AWAP (on a wing and a prayer) η οποία αποτελείται από ταξιδιωτικούς οδηγούς για μποέμ ταξιδιώτες που παίρνουν μία χώρα και την γυρίζουν με την μηχανή τους –λ.χ- όσο πιο φθηνά γίνεται. Όντας ένα ανύσηχο πνεύμα η ίδια που αγαπάει καθετί ανθρώπινο και διαφορετικό γνωρίζει διάφορους πολιτισμούς και αναπτύσσει μία πολυεδρική προσωπικότητα με ποικίλα ερθίσματα και πλευρές. Παράλληλα η AWAP έχει τεράστια επιτυχία και είναι πολύ επικερδής. Αντίθετα με τις όποιες προσδοκίες της δεν ερωτεύεται κάποιον φυσιολάτρη χορτοφάγο πορτογάλο ποητή με μωβ μάτια αλλά τον Φράνκλιν. Έναν Αμερικανό με κοφτερό μυαλό, βαθιά πίστη στην αμερικάνικη ιδέα στην πιο πρωτογονή της μορφή (ξέρετε αυτήν την εξιδανικευμένη μορφή κάθε μεγάλης ιδέας που τελικά δεν έχει ποτέ εφαρμοστεί) και καλή καρδιά που την γεμίζει με τρόπους που δεν την έχει γεμίσει τίποτα στη ζωή της.

Κάπως βεβιασμένα αποφασίζουν (;) να κάνουνε παιδί. Η Ίβα εγκαταλείπει διάφορες παλιές της συνήθειες της και όλα παγώνουν για να κάνουν focus στον μικρό Κέβιν. Ποια άλλωστε μητέρα δεν έχει αυτήν την υποχρέωση στο πρώτο της παιδί; Ο Κέβιν όμως δεν είναι αυτό που περιμένει κανείς. Δεν είναι εύκολο παιδί. Δεν είναι ένα απλό ζωηρό παιδί. Δεν …δεν…δεν. Αυτό ακριβώς. ΄΄Δεν είναι΄΄. Μεγαλώνει. Εξελίσσεται. Κι αυτός και η Ίβα και ο Φράνκλιν και η οικογένεια που έχουν. Μεταξύ τους συμβαίνουν διάφορα πριν την ΄΄Πέμπτη΄΄. Ποιος ευθύνεται για αυτά; H ανατροφή; Το DNA; Yπάρχει γονίδιο για κακία; Υπάρχει γονίδιο για ανεπαρκής μητρότητα; Φταει η αμερική; Φταίει η Ευρώπη; Φταίει η κοινωνία στην ρίζα της; To βιβλίο σε αντίθεση με την μονοδιάστατη προβολή που χαίρει η Ίβα στην ταινία ψυχογραφεί τους χαρακτήρες του. Τους αναλύει και τους κάνει χειροπιατούς από αντιδράσεις στις μικρότερες λεπτομέρειες μέχρι και τις αξίες που καθοδηγούν το κάθε τους δευτερόλεπτο. Το βιβλίο δίνει μερικές απαντήσεις. Άσχετα από το αν αυτές οι απαντήσεις γεννάνε δεκάδες άλλες ερωτήματα απαντάνε μερικώς στην φρίκη και το αίσθημα ΄΄Why god why?΄΄ που σε διακατέχει ενώ προχωράς από σελίδα σε σελίδα. Γιατί όλες οι οικογένειες πάνε από το κακό στο χειρότερο; Τι κάνουμε λάθος τελικά;

 

Νίκος Νακόπουλος

Η αγάπη μετριέται σε αριθμούς; Σίγουρα όχι, αλλά πάντως αποτυπώνεται με ψηφία. Και όχι μόνο η αγάπη. Οι αριθμοί κρύβουν μυσταγωγικά πίσω από τις καμπύλες και τις γωνίες τους κάθε θεμελιώδη ανθρώπινη έννοια και αξία: τη στοργή, την έγνοια, την πίστη, τη ζωή, την ίδια ύπαρξη του κόσμου. Αυτό είναι το θεματικό κέντρο του βιβλίου της Yoko Ogawa που κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το 2004, τιμήθηκε με το λογοτεχνικό βραβείο Γιομιούρι, το Μεγάλο Βραβείο των Βιβλιοπωλών και, πρόσφατα, με το βραβείο της Εταιρείας Μαθηματικών για ευνόητους λόγους.

Όντας εγώ ανέκαθεν θεωρητικό στοιχείο μου μπήκε και τρίτη σκέψη πριν το διαβάσω αλλά σίγουρα δε βγήκα χαμένος εν τέλει. Όσο και να μην ‘’πας’’ τα μαθηματικά, στο τέλος το λιγότερο θα σεβαστείς αυτή την πολύπλοκη και παρεξηγημένη επιστήμη. «Όσο αδύνατο είναι να εξηγήσει κανείς γιατί τα αστέρια είναι όμορφα, άλλο τόσο είναι και να εκφράσει την ομορφιά των μαθηματικών«. Και αυτό είναι μόνο η αφορμή. Ποτέ μου δεν πίστευα πως οι ανθρώπινες σχέσεις θα μπορούσαν να κεντηθούν, να μεταφραστούν με αλγεβρικούς όρους και εξισώσεις.

Συγκεκριμένα, μια οικιακή βοηθός, ένας άνθρωπος εντελώς κοινότοπος, φτωχός και καλοσυνάτος, κάποιο τυχαίο δείγμα της αστικής κοινωνίας με τα αέναα βάσανα που το απασχολούν πιάνει δουλειά στο σπίτι ενός πρώην καθηγητή πανεπιστημίου μαθηματικών, ο οποίος αποτελεί ‘’ δύσκολη περίπτωση’’. Εκείνος μετά από αυτοκινητιστικό ατύχημα ζει καταδικασμένος με μια βραχεία μνήμη μόλις ογδόντα λεπτών, ενώ θυμάται τα πάντα πριν το δυστυχές συμβάν πριν από δεκαεφτά χρόνια (βρισκόμαστε στο 1992). Με παρότρυνσή του η γυναίκα μπορεί να φέρνει στο σπίτι του και το δεκάχρονο γιο της που έχει πάθος με το μπέιζμπολ και στον οποίο ο καθηγητής δίνει το ψευδώνυμο Ρουτ (=ρίζα, επειδή το κεφάλι του μοιάζει με το μαθηματικό σύμβολο). Από εκεί και πέρα αρχίζει αν υφαίνεται μια νέα σχέση μεταξύ των τριών τους που ούτε απλή φιλία μπορείς να τη χαρακτηρίσεις αλλά ούτε οικογενειακή  ευτυχία ∙ ίσως Θαλπωρή με όλη την έννοια της λέξης.

Κάθε πρωί οι δυο τους θα ξανασυστήνονται με τον καθηγητή όμως μαθαίνουν να συμβιβάζονται με την αναπηρία της μνήμης του και προσπαθούν να συμβαδίζουν με τα δικά του σταθμά. Θέλουν να τον ανακαλύψουν αλλά έχει καλά το παρελθόν καλά θαμμένο μέσα του, γλυκό και κοντινό. Εκείνοι προσπαθούν να τον γνωρίζουν αλλά εκείνος θα μιλάει μόνο για τον μαγικό μαθηματικό του κόσμο. Σταδιακά παύουν να του κάνουν αναφορά για το τώρα και προσπαθούν να αυτοεξομοιωθούν με το δικό του τώρα, που έχει σταματήσει να κυλάει εδώ και δύο δεκαετίες. Και θα ταξιδεύουν συνέχεια από εποχή σε εποχή χωρίς να χάνονται και μένουν να καταλαβαίνουν πως η Λήθη δεν είναι τόσο κακή τελικά. Αποτελεί μια περαιτέρω ευκαιρία να αγαπήσεις τον άλλο, όπως προσπαθείς να κάνεις τον τυφλό να δει με τα δικά σου μάτια. Και οι πρώτοι αριθμοί χαμογελάνε από μακριά για την εντελέχεια του σύμπαντος που έχουν πλάσει.

Η γλώσσα απλή, λιτή και απέριττη, εντελώς ανάλογη με την ιαπωνική φιλοσοφία για τη ζωή και τη γαλήνη που εκπνέουν τα πάντα, ακόμα και τα πεζοδρόμια. Οι σελίδες θα περνούν και εσύ θα μυρίζεις το νοτισμένο χώμα και θα άπτεσαι τα άνθη κερασιάς. Το μόνο εμπόδιο στην ανάγνωση αποτελούν οι μαθηματικές παρεμβολές αλλά προτείνω να μην της προσπερνάτε. Τις περισσότερες φορές αποτελούν δομικό στοιχείο της πλοκής.

Καλή ανάγνωση!!