Archive for the ‘Theater’ Category

Ημέρα Δευτέρα 8 Μαίου και ώρα 12:49. Μόλις γύρισα από την παράσταση «Η Παγίδα» στο θέατρο Eliart στο γκάζι και αφενός μπορώ με μεγάλη ευκολία να κατανοήσω γιατί ο Χίτσκοκ αγόρασε τα δικαιώματα του έργου και αφετέρου να λυπηθώ που τελικά δεν μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη υπό τη μαεστρία του (άσχετο αν την μετέφεραν πάρα πολύ άλλοι σκηνοθέτες).

Έχοντας δει 30+ ταινίες του μπορώ να αναγνωρίσω πάμπολλα «χιτσοκικά» στοιχεία : το «καλό» (ο σύζυγος που έχασε τη σύζυγο του) να αποκτά νωρίς την συμπάθεια μας προσπαθώντας εναγωνίως να δικαιωθεί, το «κακό» πιο διεστραμμένο και ύπουλο από ποτέ να απλώνει όλο και πιο πολύ τα πλοκάμια του, την εξυπνάδα να κυριαρχεί, τους κοφτούς διάλογους, τις δραματοποιήσεις και πολλά άλλα! Αυτά όλα στο πρωτότυπο έργο και την υποθετική ταινία σκηνοθετημένη από τον «Χίτς».

Τα είδαμε όλα αυτά στο σανίδι όμως? Η απάντηση είναι εύκολη. Ναι τα είδαμε. Όχι στο μέγιστο βαθμό αλλά τα είδαμε. Ο σύζυγος (το «καλό») παίζει εξαιρετικά και γρήγορα μας παίρνει με το μέρος του. Ακροβατώντας ανάμεσα στην λύπηση, την τραγωδία και την συμπάθεια τον νιώθεις δικό σου και αγωνίας να δικαιωθεί. Οι διάλογοι στην πλειοψηφία τους είναι κοφτοί και ιντριγκαδόρικοι και αποτυπώνουν ρεαλιστικώς τον τρόπο που θα μίλαγε οποιοσδήποτε στην δεδομένη κατάσταση. Πολύ καλά παίζει και  η εξουσία της υπόθεσης ο «Κύριος Επιθεωρητής» ο οποίος είναι εξαιρετικά ουδέτερος και ψυχρά αφιερωμένος στο έργο του. Είναι έξυπνος,ξέρει τι κάνει, δεν εμπιστεύεται ούτε στη σκιά του και μακρυά από μεροληψίες και συμφέροντα κάνει τη δουλειά του. Τα πάντα είναι ρεαλιστικά και όσο δραματοποιημένα πρέπει χωρίς ανόητες υπερβολές. Μοναδικό μειονέκτημα πέρα από τα αρκετά σαρδάμ που ακούστηκαν (δεν ξέρω τι είχαν πάθει-πανω από 10-13 σύνολο) ήταν «το κακό» της υπόθεσης. Όχι και ενοχλητική η ερμηνεία των ηθοποιών που το αντιπροσώπευαν αλλά σίγουρα θα εξύψωναν την παράσταση  2 πιο σαδιστές-σατανικοί-δαιμονικοί ηθοποιοί οι οποίοι θα έκαναν εμάς τους ίδιους να φοβόμαστε για τη ζωή μας με τα δόλια και πανούργα μέσα που χρησιμοποιούν.

 

Γιατί να το δω? Γιατί είναι μόνο 10 ευρώ (φοιτητικό), γιατί είναι μία πάρα πολύ καλή αστυνομική ιστορία και είσαι φαν,γιατί  2 στους 5 ηθοποιούς παίρνουν βαθμό 9/10 (ο επιθεωρητής και ο σύζυγος), γιατί το στοιχείο του χιούμορ εύστοχα τοποθετημένο εδώ και εκεί,γιατί  είναι ότι πιο κοντινό σε Χίτς μπορείς να δεις στο θέατρο και επειδή σου αρέσουν τα μικρά θέατρα.

Γιατί να ΜΗΝ το δω? Γιατί 2 στους 5 βασικούς ηθοποιούς παίρνουν μαααααξιμουμ βαθμό 6,5/10, γιατί οτιδήποτε λιγότερο από Χίτσκοκ δεν σου αρέσει, γιατί θέλεις να δεις μία παράσταση που θα σου αλλάξει τη ζωή, γιατί έχεις υπερβολικές προσδοκίες και νομίζεις ότι θα δεις ένα αριστούργημα για το οποίο θα παραμιλάς (φίλε χαλάρωσε μία αστυνομική ιστορία είναι) και γιατί δεν σου αρέσουν τα μικρά θέατρα. Ή επειδή είσαι φοιτητής και θα πληρώσεις 15 ευρώ.

 

Λινκ από Αθηνόραμα

Advertisements

Θέατρο. Μια παράλογη εμμονή.

27/3/2012 Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου

Το θέατρο είναι μια παράλογη εμμονή. Έχει την ικανότητα να επαναπροσδιορίζει αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα. Συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιοί συνωμοτούν και έρχονται αντιμέτωποι με τις θεμελιώδεις αξίες του κόσμου. Στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής αυτές οι αξίες, νομοτελειακά, παραμένουν σταθερές και αμετάβλητες. Στο θέατρο όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί δεν υφίσταται ο όρος αξία με την κυριολεκτική του έννοια. Το εύκολο και το καθημερινό μετατρέπεται σε ανέφικτο και στόχο ζωής. Μέσα στο θέατρο, και για όσο παραμένεις μέσα σε αυτό, καλείσαι να μάθεις να αναπνέεις, να μιλάς, να περπατάς πάλι από την αρχή. Ξανά και ξανά.

Βέβαια κάποιες φορές μέσα από αυτή τη διαδικασία, αν είσαι τόσο τυχερός όσο και ικανός, ίσως όμως και λίγο περισσότερο τυχερός, και μερικοί έχουν υπάρξει αυτό το λίγο περισσότερο, θα συνειδητοποιήσεις γιατί συνεχίζεις να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου ότι η απάντηση η οποία εν τέλει αναζητάς είναι ότι η ίδια η ζωή είναι μια παράλογη εμμονή. Έτσι, στο τέλος υπάρχει μόνο ένα πράγμα το οποίο μπορείς να κάνεις. Να πάρεις την πορεία σου από την αρχή, ελπίζοντας πως κάπου έκανες κάτι λάθος και ότι τελικά θα καταλήξεις κάπου αλλού.

 

Αντώνης Μπαλλής

Σάββατο, 16-04-11: Διαφημιζόταν παντού. Στο μετρό, στις στάσεις λεωφορείων, σε φυλλάδια στο δρόμο, σε culture online- και μη- περιοδικά.. Είπα λοιπόν να το τολμήσω. Έκλεισα εισιτήρια για το Σάββατο μετά το κλείσιμο των σχολών για Πάσχα. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν είχα ιδέα για το τι θα έβλεπα. Ή μάλλον είχα, αλλά δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που τελικά βίωσα.

Ενθουσιασμός, ατέλειωτες συζητήσεις, περιέργεια, δέος για την πολύωρη παράσταση, στρίψιμο τσιγάρων, faux bijoux, REAL bijoux, παρδαλές εσάρπες και πανάκριβα καπέλα, γόβες σε διάφορα μεγέθη και σχέδια.. Όλα τα ακούς και όλα τα βλέπεις έξω από το Παλλάς εν αναμονή της μέχρι τώρα πιο πολυσυζητημένης παράστασης του 2011. Και έρχεται η ώρα να μπούμε..

Ο κόσμος στοιβάζεται σε ατέλειωτες ουρές με έναν ενθουσιασμό που τώρα έχει αναμειχθεί με αρκετό εκνευρισμό. Τι θα γίνει άμα αργήσουν να μπουν μέσα; Ο μπροστινός που τους πήρε τη σειρά θα δει ένα λεπτό γρηγορότερα την παράσταση και ΝΑ οι στραβές ματιές, και ΝΑ τα ψιθυριστά σχόλια κάτω από το λεπτό πρόγραμμα που όλες οι κυρίες της υψηλής κοινωνίας έχουν φροντίσει να προμηθευτούν από τα ταμεία του θεάτρου..

Με το που περάσεις τις πόρτες του θεάτρου, ωστόσο, κάτι απρόσμενο σε περιμένει. Η ευφυΐα του Παπαϊωάννου μας απέδειξε για ακόμα μια φορά πόσο υψηλή είναι. Από παντού άκουγες απορίες: ‘Μα γιατί μας έχουν μια οθόνη κινηματογράφου για σκηνή; Θα σηκωθεί μήπως αργότερα; Και γιατί έχει ήδη αρχίσει το θέατρο πριν κάτσουμε στις θέσεις μας; Πού είναι τα κουδουνάκια που ξέραμε; Άμα έχουν χτυπήσει ήδη, γιατί οι υπεύθυνοι του θεάτρου μας επέτρεψαν την είσοδο τόσο αργά; Φτου σου, γαμώτο, οι μπροστινοί της σειράς θα πρόλαβαν την αρχή, αλλά εμείς οι άτυχοι όχι, έπρεπε να είχαμε πιάσει καλή θέση από νωρίτερα’.

Όχι.. Τίποτα από αυτά δεν ίσχυε. Η ‘οθόνη κινηματογράφου’ δεν ήταν τίποτα άλλο από το stage με τέτοιο τρόπο σχεδιασμένο ώστε να δίνει προοπτική στο χώρο, αίσθηση βάθους. Πώς το κατάφερε αυτό ο σκηνοθέτης; Μα φυσικά με το να δημιουργήσει μια σκηνή πάνω στην σκηνή, η οποία να έχει ανηφορική κλίση όσο πιο μέσα προχωράς, καθώς και άλλα μικρά μυστικά που μόνο εκείνος γνωρίζει. Αυτό που ‘προβαλλόταν’ ήταν ένα δωμάτιο με ελάχιστα και βασικά πράγματα: μια πόρτα στην αριστερή πλευρά από όπου έμπαιναν οι ηθοποιοί, ένα κρεβάτι με αμέτρητα σεντόνια απλωμένα το ένα πάνω στο άλλο, ένα μπάνιο που διέθετε ντουζιέρα και λεκάνη, ένα ξύλινο τραπέζι στο μέρος της κουζίνας και, κεντρικά, μια μπαλκονόπορτα η οποία έβγαινε σε ένα μικρό μπαλκονάκι στο οποίο μπορούσε κανείς να δει ολόκληρη την Αθήνα από διάφορες περιοχές, ύψη και ώρες της ημέρας. Φυσικά, οι εικόνες που βλέπει ο θεατής είναι ουσιαστικά προβολή βίντεο σε οθόνη που βρισκόταν από πίσω, τεχνική όμως που δεν ήταν απαραίτητα αυτοστιγμεί αντιληπτή για το θεατή. Πολλοί ήταν εκείνοι που προσπαθούσαν να καταλάβουν (κατά την είσοδό τους στο θέατρο και πλησιάζοντας τη σκηνή) αν αυτό που αντίκριζαν ήταν όντως μια live σουρεαλιστική προβολή της Αθήνας από την καθόλου υπερυψωμένη τοποθεσία του Παλλάς, μέσα από κάποιο παράθυρο.

Το θέατρο, που τόσο πολύ ανυπομονούσε να δει ο κόσμος και να μη χάσει ούτε λεπτό , δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια απλή σειρά κινήσεων η οποία επαναλαμβανόταν επί 6 ώρες πάνω στη σκηνή από μια γκάμα 30 ηθοποιών. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο; Δεν ξέρω.. Μπορείς να δεις πολλά κρυμμένα πίσω από αυτό. Ο θεατής παρακολουθεί κινήσεις που του είναι απόλυτα γνωστές, είναι εκείνες οι στιγμές που μπαίνοντας στο σπίτι κρεμάμε το μπουφάν μας, αφήνουμε την τσάντα μας, και αφηρημένοι- δίχως να έχουμε αντιληφθεί τις μηχανικές πράξεις μας- συνεχίζουμε παθητικά να κάνουμε όλα όσα αποτελούν τα καθημερινά δεσμά της ρουτίνας μας. Βγάζουμε παπούτσια, πετάμε τα ρούχα μας (τα οποία εξαφανίζονταν κάτω από το κρεβάτι ως δια μαγείας- το μόνο που θα ευχόμασταν να γίνεται και στην πραγματικότητα), κάνουμε μπάνιο, ντυνόμαστε με πιτζάμες, τρώμε, ατενίζουμε λιγάκι τη θέα, δίχως όμως στην πραγματικότητα να την παρατηρούμε, γδυνόμαστε και πέφτουμε για ύπνο. Και όλα αυτά; Χωρίς ψυχή. Μόνο και μόνο για να ξυπνήσουμε και να τα επαναλάβουμε αύριο.

Κατά τη διάρκεια της παράστασης δεν υπάρχει ομιλία, καμιά επαφή των 30 ανθρώπων που με διάφορους συνδυασμούς εναλλάσσονται στη σκηνή. Είναι όλοι μηχανοποιημένοι, άβουλοι, βυθισμένοι σε ένα κόσμο που κρύβει μόνο σκοτάδι. Θαυμάζεις τη μαεστρία των ηθοποιών και παράλληλα αναρωτιέσαι πόσο ανιαρές πρέπει να ήταν οι πρόβες τους και συνάμα πόσο ψυχοβόρες!

‘Εγώ μετά τις παραστάσεις δε θα είχα όρεξη να πάω πουθενά για κανένα λόγο. Στην πραγματικότητα, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που θα ήθελα να κάνω μετά από κάτι τέτοιο’, μου λέει ο φίλος μου. Και έχει δίκιο. Η παράσταση ήταν μια συνεχής επίθεση στα νευρικά κύτταρα του θεατή. Τα εξόντωνε ένα- ένα, αργά και βασανιστικά. Οι παραμικρές παραλλαγές στη μουσική ή τις κινήσεις των ηθοποιών θα ήταν σε άλλες περιπτώσεις αδύνατον να τις αντιληφθείς, όμως τώρα όχι μόνο τις παρατηρούσες, αλλά και σε ενθουσίαζαν, δίνοντάς σου την ψευδαίσθηση και την ελπίδα ότι κάποια στιγμή ίσως τελικά υπάρξει εξέλιξη. Όμως όχι, ο Παπαϊωάννου είναι εδώ για να ενοχλήσει, να ταρακουνήσει, να ξυπνήσει από το λήθαργο της καθημερινότητας τα άβουλα και άχρωμα ζωντανά πιόνια.

Παρά την ψυχική σου εξόντωση κατά τη διάρκεια της παράστασης, παραμένεις αποσβολωμένος και συνεχίζεις να κοιτάς αποβλακωμένος κάτι που εκτυλίσσεται συνεχώς στους ίδιους ρυθμούς. Δεν μπορείς να εξηγήσεις πώς είναι δυνατόν να βλέπεις κάτι που ξέρεις ότι ζεις καθημερινά, κάτι που δεν έχει καμιά αίγλη, κανέναν ενθουσιασμό, και αυτό σε τρελαίνει ακόμα περισσότερο. Αλλά εκεί έγκειται η προαναφερθείσα ιδιοφυία του Παπαϊωάννου..

Στο τέλος, η παράσταση δεν τελείωσε ποτέ. Ή αν έκλεισε, δεν υπήρχε κανένας θεατής για να το βιώσει. Το έργο τελείωνε στις 11:30. Έτσι, στις 11:20 μια φουρνιά ηθοποιών άρχισε να βγαίνει από τα παρασκήνια και, τελείως αθόρυβα, καθώς οι συνάδελφοί τους βρίσκονταν ακόμη πάνω στη σκηνή, άρχισε να πλησιάζει τους θεατές και να τους ενημερώνει ψιθυριστά πως το θέατρο κλείνει σε 10 λεπτά και πως πρέπει σιγά-σιγά να φύγουν. Κανένα χειροκρότημα, καμιά υπόκλιση. Γιατί άλλωστε; Αυτό μπορείς να το κάνεις και σπίτι σου. Χειροκρότησε τη ζωή σου που φεύγει μέσα από τα χέρια σου δίχως να τη ζεις, δίχως να ξέρεις εσύ ο ίδιος πως υπάρχεις και μπορείς να κάνεις τόσα πολλά λόγω αυτού. Χειροκρότησε αν θέλεις τη παθητικότητά σου. Αν τολμάς. Φύγαμε όλοι, καθώς οι ηθοποιοί συνέχισαν να εκτελούν των άψυχο ρόλο τους.

Και η ικανοποίηση του ηθοποιού; Ας μη γελιόμαστε, ένας ηθοποιός στην Ελλάδα δεν πληρώνεται τόσο καλά ώστε να αδιαφορεί για την ικανοποίηση που του δίνει η αποδοχή του κοινού.. Λοιπόν.. Τι να πω.. Ίσως και ο ίδιος ο ηθοποιός να μην το ήθελε. Ίσως απλά ήθελε να επαναστατήσει με τον τρόπο του.. Και το έκανε.

Ήταν σίγουρα ό, τι πιο περίεργο έχω δει μέχρι στιγμής. Κάτι εναλλακτικό. Κάτι που συμβαδίζει στην εποχή μας και στη χώρα μας με το ρεύμα του κινηματογράφου, που πυροδότησε ο Κυνόδοντας. Εύχομαι μόνο να γνωρίζουν οι καλλιτέχνες πως ένα τέτοιο ‘ρεύμα’ έχει μικρότερη βιωσιμότητα από όλα τα υπόλοιπα, διότι δείχνει κάτι στην τελείως απογυμνωμένη μορφή του, ενοχλεί το θεατή και όταν αυτό το κάνει μία, δύο ή τρεις φορές αυτό είναι αποδεχτό και εκτιμάται.

Έπειτα όμως; Πόσες φορές μπορείς να ενοχλήσεις με τη ρουτίνα; Γιατί ακόμη και αυτός που σκέφτεται και ψάχνεται και επιθυμεί να αποδεσμευτεί από τη ρουτίνα του, την αθλιότητα της καθημερινότητάς του και οτιδήποτε του επιφυλάσσει, θα κουραστεί να βλέπει στην τέχνη κάτι που να του θυμίζει τον τιτάνιο στόχο του. Ας μην κοροϊδευόμαστε, χωρίς κοινό, δεν υπάρχει και τέχνη.

Και μπορεί να διάβασα κάπου πως ‘ενός Κυνόδοντα μύρια καλά έπονται’ ως θετική κριτική για την ταινία Attenberg, όμως μπορώ να πω πως πολύ εύκολα μπορεί ένας καλλιτέχνης να πέσει ο ίδιος στην παγίδα της ‘ρουτίνας’ και να κάνει κάτι, που ίσως να φαντάζει πρωτοποριακό, μια απλή, βαρετή και κοινότοπη απομίμηση ενός έργου καθόλου κοινότοπου. Μετά τους πρώτους δύο- τρεις, η πρωτοπορία μπορεί κάλλιστα να γίνει αηδία. Και η τέχνη, όντας τέχνη, μπορεί να βρει πολλούς έξυπνους άλλους τρόπους για να αφυπνίσει ή να ενοχλήσει.

Υ.Γ: Αν το διαβάσετε ποτέ όλο, είστε ήρωες!